Η πιο διάσημη Ρώσικη όπερα, ο «Μπορίς Γκοντουνώφ» του Μόντεστου Μούσοργκσκι, ανεβαίνει στο Ηρώδειο στις 15 και 16 Ιουλίου από την Όπερα του Θεάτρου Μπολσόι. Σκηνοθέτης ο διάσημος Ρώσος κινηματογραφιστής Αλεξάντρ Σοκούρωφ («Ρώσικη Κιβωτός»), ενώ η μουσική διεύθυνση του Αλεξάντρ Βεντέρνικωφ ακολουθεί την αυθεντική ενορχήστρωση του 1872.
Ένας από τους μεγάλους «Πέντε» της Ρωσικής Μουσικής, ο Μούσοργκσκι γεννήθηκε το 1839 στο Κάρεβο. Υπήρξε γόνος αριστοκρατικής οικογενείας. Έμαθε τα ρώσικα παραμύθια από την παραμάνα του που τον εντυπωσίασαν. Ενώ πήρε τα πρώτα μαθήματα πιάνου από την μητέρα του διάσημη πιανίστρια της εποχής. Την μοναδική επίσημη μουσική παιδεία θα την έπαιρνε στην διάρκεια της στρατιωτικής του καριέρας από τον Μίλι Μπαλακίρεφ, τον ιδρυτή της Εθνικής Σχολής. Όταν όμως θα ανακάλυπτε την μουσική του Μιχαήλ Γκλίνκα, οι παραδοσιακοί ρυθμοί και οι ρωσικές μελωδίες θα αρχίσουν να παίζουν μεγάλο ρόλο στο έργο του. Έτσι ο Μούσοργκσκι θα γινόταν από τις ηγετικές φυσιογνωμίες του Ρώσικου μουσικού Εθνικισμού. Τα έργα του θα επηρεαζόταν από την Ρώσικη ιστορία και από τον τρόπο ομιλίας του απλού Ρώσικου λαού. Τα δύο πιο διάσημα έργα του υπήρξαν η σουίτα «Εικόνες από μια Έκθεση» και η «Νύχτα του Άι - Γιαννιού στο Φαλακρό Βουνό», το αποκορύφωμα των δημοτικών επιρροών, διάσημο και από την «Φαντασία του Ντίσνεϋ.
Όμως το μεγαλύτερο αριστούργημα του υπήρξε η όπερα «Μπορίς Γκοντουνώφ» σε δικό του λιμπρέτο και βασισμένη στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Αλεξάντρ Πούσκιν, καθώς και στην «Ιστορία της Ρωσικής Αυτοκρατορίας» του Νικολάι Καράμτσιν. Το θέμα της ήταν ο Μπορίς Γκουντουνώφ, που κυβέρνησε από το 1598 μέχρι το 1605. Το 1591 ο Γκοντουνώφ δολοφόνησε τον Ντμίτρι, τον γιο του Ιβάν του Τρομερού και διάδοχο στον Ρωσικό θρόνο. Ο ανίσχυρος αδελφός του Ντμίτρι, Φιόντορ έγινε Τσάρος και ο Γκοντουνώφ ορίσθηκε αντιβασιλεύς. Κυνηγημένος από τις τύψεις ο Μπόρις έχει κλειστεί σε μοναστήρι. Όταν όμως ο Φιόντορ πεθαίνει, ξεσπά αναρχία και ο λαός πεινάει. Τότε οι φτωχοί πολίτες θα ζητήσουν από τον Γκοντουνώφ να γίνει Τσάρος, κάτι που δέχεται απρόθυμα γονατίζοντας μπροστά στον Θεό και προσπαθώντας να κάνει το καλύτερο για τον λαό του.
Έξι χρόνια αργότερα ο νεαρός μοναχός Γκρέγκορυ Οτρέπιεφ θα ακούσει από τον μοναχό Πίμεν να κατηγορεί τον Γκοντούνοφ για την δολοφονία του Τσάρεβιτς που έγινε στο Ούλιχ, όταν ζούσε εκεί. Τότε θα αποφασίσει να εγκαταλείψει το μοναστήρι και να πάρει εκδίκηση στο όνομα του. Θα ταξιδέψει με δύο μοναχούς, τον Βαρλαάμ και τον Μισαήλ. Όταν όμως τον αναζητήσει η τσαρική αστυνομία, θα καταφύγει στην Πολωνία και να παραστήσει τον Ντμίτρι σφετεριζόμενος τον θρόνο. Εκεί θα τον ερωτευτεί η πριγκίπισσα Μαρίνα Μνίσεκ και δεν θα διστάξει να συμμαχήσει μαζί του για να αποκτήσει εξουσία. Ο Ιησουίτης Ραγκόνι την διατάζει να κάνει τέτοιο γάμο μόνο αν ο Γκρέγκορυ της υποσχεθεί ότι θα επιβάλει την Ρωμαιοκαθολική πίστη στην Ρωσία. Εν τω μεταξύ ο Μπόρις Γκοντούνοφ είναι στεναχωρημένος που δεν μπορεί να κάνει τίποτα για να βελτιώσει την κατάσταση του λαού του. Σε μια πλατεία έξω από τον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Βασιλείου οι φτωχοί συγκεντρώνονται για ελεημοσύνη. Βγαίνοντας από την Εκκλησία ο Γκοντούνωφ θα ζητήσει από έναν «δια Χριστόν σαλό» να προσευχηθεί για αυτόν, αλλά εκείνος θα αρνηθεί κατηγορώντας τον για φόνο.
Όμως οι αναμνήσεις του εγκλήματος και οι φήμες για έναν «αναστημένο» Ντμίτρι, που καλλιεργεί πρώτα ο σύμβουλος του Σούιτσι, και αργότερα ο αφιχθείς Πίμεν θα οδηγήσουν τον Γκουντόνοφ στην τρέλα. Πιστεύοντας ότι έρχεται το τέλος του χρίζει τον γιο του για διάδοχο. Στην Ρωσία ξεσπούν έκτροπα και ο Βαρλαάμ και ο Μισαήλ που έχουν φτάσει στην Άγια Πετρούπολη θα παροτρύνουν το πλήθος να επαναστατήσει ενάντια στον σατανικό Μπόρις και ο λαός εκείνος προκαλεί έκτροπα. Ο λαός υποδέχεται τον σφετεριστή πιστεύοντας ότι είναι ο Ντμίτρι που θα τους σώσει. Ο Γκρέγκορυ θα ανακηρυχτεί καινούργιος Τσάρος που θα υποσχεθεί ότι θα τους φέρει καλοτυχία. Μόνο ο σαλός θα μείνει πίσω θρηνώντας το πικρό πεπρωμένο της Ρωσίας.
Η όπερα «Μπορίς Γκοντουνώφ» χαρακτηρίζεται από χρήση της δημοτικής παράδοσης της Ρωσίας, όπως παραδείγματος χάριν η μελωδία που ανοίγει το έργο. Επίσης ο Μούσοργκσκι χρησιμοποίησε αυθεντικά ρώσικα λαϊκά τραγούδια στην σκηνή της στέψης και του δάσους του Κρόμυ. Ενώ η μουσική στις σκηνές των τυφλών προσκυνητών του προλόγου, του μοναστηριού με τον Πίμεν και τον Γκρέγκορυ καθώς και της σκηνής της ταφής του Μπόρις Γκοντουνώφ είναι επηρεασμένη από την εκκλησιαστική μουσική της Ρωσίας. Όλα αυτά κάνουν το έργο ένα αριστούργημα του Ρώσικου μουσικού εθνικισμού.
Θα πρέπει να πούμε ότι όταν πρωτοανέβηκε το έργο ένας κριτικός κατηγόρησε τον Μουσόργκσκι ότι παρουσιάζει τους ανθρώπους του λαού ως «απειθάρχητους, μεθύστακες, καταπιεσμένους και απελπισμένους». Επίσης πρόσθεσε ότι «ο συνθέτης τους απεικόνισε ως εντελώς ηλίθιους, δεισιδαίμονες, απλοϊκούς». Πράγματι ο Μουσόργκσι τους παρουσιάζει να άγονται και να φέρονται και άλλες φορές να εξυμνούν κατά παραγγελία τον Τσάρο και άλλες να εκτρέπονται ενάντια του και να σκοτώνουν χειραγωγούμενοι. Με τέτοιες απόψεις απορούμε πως επιτράπηκε το έργο επί Σοβιετικής Ενώσεως!
Όταν ο Μούσοργκσκι έγραψε την όπερα για πρώτη φορά το 1869, η όπερα είχε μόνο επτά σκηνές και κανένα βασικό γυναικείο ρόλο. Ενώ στο μικρό καστ κυριαρχούσε ο βαρύτονος Γκοντουνώφ. Όμως για δυο χρόνια εν μπόρεσε να ανεβάσει την όπερα. Έτσι σκέφθηκε να την ξαναγράψει μετατρέποντας τον ρόλο της Μαρίνα σε βασικό και μεγαλώνοντας τον ρόλο της, όπως και αυτόν του ψευτό-Ντμίτρι. Ενώ επέκτεινε την σκηνή στον Ναό του Αγίου Βασιλείου και πρόσθεσε την σκηνή στο δάσος του Κρόμυ. Μετά τον θάνατο του, ο φίλος του Νικολάι Ράμσκι Κορσακώφ την έκανε δημοφιλή χάρις σε μια λαμπρή γεμάτη χρώμα ενορχήστρωση που «βελτίωσε» το έργο, αλλά που το έσπρωξε στην παράδοση της ρομαντικής όπερας.
Αυτήν την ενορχήστρωση χρησιμοποιούσαν μέχρι τώρα όλα τα ανεβάσματα της όπερας. Όμως τις τελευταίες δεκαετίες χρησιμοποιείται η εκδοχή του 1872. Αυτήν θα χρησιμοποιήσει και η Όπερα του Θεάτρου Μπολσόι που ανεβάζει την όπερα σε σκηνοθεσία του Αλεξάντρ Σοκούρωφ και με τον Μιχαήλ Καζάκοφ και τον Τάρας Στόντα στον βασικό ρόλο. Η Ελένα Μνίστινα υποδύεται την Μαρίνα Μνίσεκ, ο Μαξίμ Παστέρ και ο Μιχαήλ Γκάμπσκι τον Πρίγκιπα Σουίσκι και ο Αλεξάντερ Ναουμένκο τον μοναχό Πιμέν. Ο Βιτάλι Πανφίλοφ στον ρόλο του σαλού Επίσης ο Βσεβολόντ Γκρίνοφ και ο Ρομάν Μουραβίτσκι στον ρόλο του ψευτο-Ντμίτρι. Η διεύθυνση Ρωσικής χορωδίας είναι του Βαλερί Μπορίσοφ και η διδασκαλία της Παιδικής χορωδίας «Μανώλης Καλομοίρης» είναι του Νίκου Μαλιάρρα. Τέλος τα σκηνικά είναι του Γκάρι Κούπερ, η χορογραφία της Αικατερίνα Μιρόνοβα και τα κοστούμια του Πάβελ Καπλέβιτς.
* ο Γιώργος Πισσαλίδης είναι κριτικός κινηματογράφου και αυτήν την περίοδο συγγράφει το βιβλίο «Ο Σύγχρονος Κινηματογράφος της Δεξιάς».
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 5ης Ιουλίου 2008 της εφημερίδας Ελεύθερος Κόσμος.

31-12-2025
Όταν το σύστημα φοβάται τον καθρέφτη του
05-02-2025
Η εθελοδουλεία ως βίωμα
08-05-2024
Καλή αποτυχία Μαρίνα!
14-02-2024
Πολιτισμική οκνηρία
23-04-2023
Επιλογές Ιουνίου για το Φεστιβάλ Αθηνών
26-07-2020
Η παραχάραξη του 1821 αποσκοπεί να στηρίξει ιδεολογικά μια «διευθέτηση» των ελληνοτουρκικών σχέσεων - Συνέντευξη του Μελέτη Μελετόπουλου 