O «Τανχώυζερ» του Βάγκνερ στο Μέγαρο Μουσικής

  • Δημοσιεύτηκε: 21 Ιανουάριος 2009

    Μία σπάνια ευκαιρία δίνεται στο ελληνικό κοινό να παρακολουθήσει από κοντά μια όπερα του Βάγκνερ, δίνεται με τον «Τανχώυζερ» που ανεβαίνει στο Μέγαρο Μουσικής στην εκπληκτική παράσταση της Όπερας του Σαν Φρανσίσκο σε συνεργασία με την Λυρική Σκηνή. Η παράσταση ανεβαίνει σε σκηνοθεσία Γκράχαμ Βικ και με τον Τζων Τρηβαίλεν στον κεντρικό ρόλο.

    O «Tανχώυζερ» (ή ο «Τανχώυζερ και ο διαγωνισμός τραγουδιού του Βάρτμπουργκ», όπως είναι ο πλήρης τίτλος) είναι εμπνευσμένος από δύο μεσαιωνικούς θρύλους: αυτόν του μεσαιωνικού τροβαδούρου Τανχώυζερ και του διαγωνισμού τραγουδιού του Βάρτμπουργκ. Διαπραγματεύεται τον διχασμό ανάμεσα στον ιερό και σαρκικό έρωτα, ένα θέμα που κυριαρχεί στα πιο ώριμα έργα του Βάγκνερ. Ο νεαρός τροβαδούρος βρίσκεται επί ένα χρόνο στο βουνό της Αφροδίτης, η οποία του έχει κάνει μάγια δείχνοντας του την αγάπη της. Τώρα στην σπηλιά της θεάς ένα όργιο βρίσκεται σε εξέλιξη. Εκείνος όμως θέλει την ελευθερία και νοσταλγεί τον έξω κόσμο. Η θεά τον καταριέται, αλλά εκείνος προφέρει το όνομα της Παναγίας και το βουνό της Αφροδίτης εξαφανίζεται.

    Ο Τανχώυζερ θα συναντήσει μία ομάδα ιπποτών ανάμεσα τους ο Λαντγκράβος Χέρμαν και ο φίλος του Βόλφραμ φον Έσενμπεργκ. Όταν όμως ακούσει ότι η εξαφάνιση του έχει προκαλέσει δυστυχία στην παρθένα Ελισάβετ, την ανιψιά του Χέρμαν, που τον αγαπά ειλικρινά και αγνά, θα συμφωνήσει να γυρίσει μαζί τους στο κάστρο του Βάρτμπουργκ. Όμως όταν επιστρέφει στους περιορισμούς της καθημερινής ζωής νοσταλγεί την Αφροδίτη. Έτσι στην διάρκεια ενός διαγωνισμού τραγουδιού, ο Βόλφραμ φον Έσενμπαχ (σ.σ. ο ποιητής του Πάρσιφαλ) και η παρέα του ζητήσουν να εξυμνήσει τις αρετές του ιδανικό έρωτα, εκείνος θα εξυμνήσει τον αχαλίνωτο σαρκικό πόθο. Αυτό θα σοκάρει το κοινό και θα τσακίσει την Ελισάβετ. Μετανοιωμένος, ο Τανχώυζερ θα αποφασίσει να πάει στην Ρώμη για να ζητήσει συγχώρεση από τον Πάπα. Όμως ο Πάπας αρνείται να του δώσει άφεση αμαρτιών. Η Ελισάβετ προσεύχεται να γυρίσει ο Τανχώυζερ. Τελικά πεθαίνει από τον μαρασμό της. Ο Τανχώυζερ επιστρέφει και αφήνει λυτρωμένος την τελευταία του πνοή δίπλα στο φέρετρο της Ελισάβετ.

    Ο Βάγκνερ εμπνεύσθηκε τον «Τανχώυζερ» στην διάρκεια της διαμονής του στο Παρίσι μετά την ολοκλήρωση του «Ιπτάμενου Ολλανδού». Ήταν μία περίοδος που νοσταλγούσε την πατρίδα και εντρυφούσε στην Γερμανική Ιστορία ψάχνοντας την έμπνευση για την επόμενη όπερα του. Παρόλο που αρχικά απέρριψε την ιστορία του «Τανχώυζερ» έτσι όπως την κατέγραφε ο ρομαντικός ποιητής Λούντβιχ Τηκ, γιατί ήθελε έναν ήρωα που να είναι αγνός, μετά άλλαξε γνώμη. Υπ' όψιν ότι όλοι οι ρομαντικοί ποιητές της Γερμανίας ασχολήθηκαν με τον μεσαιωνικό θρύλο του Τανχώυζερ. Ο Βάγκνερ εμπνεύσθηκε άμεσα από το μυθιστόρημα του Νόβαλις «Χάϊνριχ φον Όφτερντιγκεν», το ειρωνικό ποίημα «Τανχώυζερ» του Χάινε (που ένα άλλο του κείμενο υπήρξε η έμπνευση για τον «Ιπτάμενο Ολλανδό), τα γραπτά του Βόλφρεμ φον Έσενμπαχ και μεσαιωνικούς θρύλους για τον Τανχώυζερ, έτσι όπως καταγράφηκαν από τους αδελφούς Γκριμ.

    Όμως ο συνδυασμός του θρύλου του Τανχώυζερ και αυτού του «Διαγωνισμού του Βάρτμπουργκ» που ήταν βασικός στην συγγραφή του λιμπρέτου, έγινε μόνο μετά όταν ο Βάγκνερ έτυχε να διαβάσει το δοκίμιο «Ο Διαγωνισμός του Βάρτμπουργκ», όπου ο Κρίστιαν Τέοντορ Λούντβιχ Λούκας ταύτιζε τον Χάινριχ φον Όφτερντιγκεν, τον βασικό πρωταγωνιστή με τον θρυλικό ιππότη και τροβαδούρο Τανχώυζερ.

    Η όπερα περιγράφει ουσιαστικά τον ίδιο τον Βάγκνερ, όπου όπως γράφει ο ίδιος παρουσιάζεται να απωθείται από ευχαριστήσεις «ενός υλικού παρόντος» και που «λαχταρά να καταπραϋνθεί από αυτές μέσω ενός ανώτερου κόσμου που δεν θα μπορούσε παρά να μου εμφανισθεί με το πρόσωπο μίας αγνής παρθένας αγάπης». Ήταν η περίοδος που υπήρξε επηρεασμένος από τον Σοπενχάουερ και τις Βέδες και η ιδέα ενός ατόμου καθαρού από αμαρτίες, τον είχε συνεπάρει.

    Μην ξεχνάμε επίσης ότι «minnesinger» δεν σημαίνει τροβαδούρος ή τραγουδιστής του έρωτα με την σημερινή έννοια. Οι τροβαδούροι ήταν μυστικά ιπποτικά τάγματα Γνωστικού χαρακτήρα, που συνδύαζαν τον Χριστιανισμό με τον Νεοπλατωνισμό. Έτσι οι γυναίκες στις οποίες αναφέρονται είναι αιώνιες ιδέες του θηλυκού στο οποίο τείνουν μέσω μίας εξαγνίσεως της ψυχής από τα πάθη. Άρα ο Τανχώυζερ παρόλο που ξεστρατίζει προς τον σαρκικό έρωτα της Αφροδίτης εκείνο που αναζητά είναι ο Θείος έρωτας της Ελισάβετ που τελικά τον λυτρώνει, αφού η ράβδος του Πάπα ανθίζει.

    H σύγκρουση ανάμεσα στον κόσμο της αιωνιότητας (Ελισάβετ) και του κόσμου του πόθου (Αφροδίτη) με το παραισθησιακό όργιο στην αρχική σκηνή δίνει την αίσθηση του «τεχνητού παραδείσου», όπως θα τον κατέγραφε και ο Μπωντλαίρ, ένας από τους καλύτερους αναλυτές του «Τανχώυζερ». Η σύγκρουση γίνεται πιο αισθητή όταν ο Τανχώυζερ επικαλείται το όνομα της Παναγίας και το βουνό της Αφροδίτης εξαφανίζεται. Ενώ ο Βόλφραμ επικαλείται το όνομα της Ελισάβετ (στην πραγματικότητα η Αγία Ελισάβετ) για να λύσει τα μάγια της Αφροδίτης. Έτσι οι τρεις κατάρες, αυτή της Αφροδίτης, της εκδίωξης του από το κάστρο της Θουριγγίας και η μη-συγχώρεση από τον Πάπα, σημαδεύουν την εσωτερική διαδρομή και μεταμόρφωση του ήρωα. Ενός ήρωα που όπως λέει και ο Βικ δεν καταστρέφεται από μια γυναίκα, αλλά από τους πόθους του.

    O «Τανχώυζερ» ανεβαίνει στο Μέγαρο Μουσικής στις 24, 27 και 30 Ιανουαρίου και την 1η Φεβρουαρίου στην δεύτερη έκδοση του Παρισιού σε χορογραφία Ρον Χάουελ και ερμηνεύεται από την χορευτική ομάδα της Λυρικής Σκηνής. Η μουσική διεύθυνση είναι του Φίλιπ Ώγκεν. Η σκηνοθεσία του Γκράχαμ Βικ που θεωρείται από τους διάσημους σκηνοθέτες βαγκνερικών έργων. Η διανομή όμως διαφέρει από την διάσημη παράσταση της Όπερας του Σαν Φρανσίσκο. Έτσι ο Τζων Τρηβαίηλερ ερμηνεύει τον Τανχώυζερ. Η Λιλ Λίνστρομ παίζει και τους δύο βασικούς γυναικείους ρόλους. Ο Μάρτιν Σνελ ερμηνεύει τον Λαγδάγραβο και ο Μοττί Κοντάρ τον Βόλφραμ φον Έσενμπεργκ. Τα σκηνικά κοστούμια είναι του Πωλ Μπράουν. Η διεύθυνση χορωδίας του Νίκου Βασιλείου. Η διεύθυνση της παιδικής χορωδίας είναι της Ρόζα Μαστροσάββα.


    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 17ης Ιανουαρίου 2009 της εφημερίδας Ελεύθερος Κόσμος.

    Κατηγορία: