Κύριε Πόλισμαν, κύριε Πόλισμαν!

  • Δημοσιεύτηκε: 13 Οκτώβριος 2006

    Η βαθιά τομή που η Αριστερά έχει κάνει στην ελληνική κοινωνία, έχει αφήσει ανοικτές πληγές, οι οποίες πολύ δύσκολα θα επουλωθούν. Μία από αυτές είναι η αποστροφή προς οτιδήποτε και οποιονδήποτε φέρει στολή και εθνόσημο. Η στάση αυτή μπορεί να αποτελεί υπόλειμμα της επταετούς δικτατορίας, αυτό όμως δεν μπορεί να ευσταθεί μετά από πάνω από 30 χρόνια δημοκρατίας. Σήμερα, η Αστυνομία κουβαλά ακόμη, τόσο το βάρος του ρόλου της στην επταετία, όσο και τα σπυριά που της φόρτωσε η φαυλοκρατία των τελευταίων 30 ετών. Όπως όμως κάθε λαός έχει τους πολιτικούς που του αξίζουν, έτσι έχει και τους αντίστοιχους αστυνομικούς.

    Δεν θα δυσκολευθεί λοιπόν κανείς να συμπεράνει ότι η αστυνομία σήμερα φέρει όλα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την οποιαδήποτε δημόσια υπηρεσία. Μεροληψία, διαφθορά, αναποτελεσματικότητα, γραφειοκρατία, έλλειψη αξιοκρατίας, κατάχρηση εξουσίας και ανύπαρκτο κύρος. Όπως και στην περίπτωση του Στρατού, αστυνομικός δεν γίνεται πια κάποιος που θέλει να υπηρετήσει τον νόμο, αλλά κάποιος που θέλει να βολευθεί στο δημόσιο. Το μεγαλύτερο ποσοστό των οργάνων της τάξεως δίνει την εντύπωση ότι θα του ήταν εντελώς αδιάφορο, αν αντί στην Αστυνομία, εργαζόταν στο ΙΚΑ, στον ΟΑΕΔ ή στο ΕΚΑΒ. Δεν είναι τυχαίο ότι η εισαγωγή σε κάποια σχολή της αστυνομίας καθίσταται όλο και πιο δύσκολη. Εξίσου τυχαίο όμως δεν είναι το ότι παρά τις όποιες προσπάθειες προσαρμογής της ΕΛ.ΑΣ. στα νέα δεδομένα, κάθε μέρα αποδεικνύεται όλο και περισσότερο η ανεπάρκειά της.

    Μια χώρα όμως που αποτελεί σταυροδρόμι του διεθνούς εγκλήματος, μια χώρα σταθμός του δουλεμπορίου, της διακινήσεως ναρκωτικών, της μαστροπείας και της εμπορίας ανθρωπίνων οργάνων, μια χώρα με το μεγαλύτερο ποσοστό μεταναστών στην Ευρώπη (15-20%), εκ των οποίων πάνω από ένα εκατομμύριο είναι παράνομοι δεν έχει την πολυτέλεια να μιλάει για ήπια καταστολή, ούτε να βάζει σε δεύτερη προτεραιότητα τις δυνάμεις αστυνομεύσεως και καταστολής.

    Για να είμαστε πιο σαφείς αλλά και δίκαιοι, για τα προβλήματα και τις ελλείψεις της Ελληνικής Αστυνομίας οι αστυνομικοί είναι ίσως οι τελευταίοι που ευθύνονται. Αυτό όμως που τους βαρύνει εξ' ολοκλήρου είναι η ηθική τους ευθύνη και η απώλεια του κύρους τους. Σ' αυτά θέλω να σταθώ, διότι θεωρώ ότι οι περισσότεροι αστυνομικοί αγνοούν την σημασία της αποστολής τους, ενώ δεν έχουν ιδέα για το τι σημαίνει ένστολη υπηρεσία.

    Για το ηθικό κομμάτι, έχω και προσωπική εμπειρία. Μαζί με συναγωνιστές μου έχουμε ξυλοκοπηθεί κάποτε από αστυνομικούς, επειδή προσπαθήσαμε να εισάγουμε την γαλανόλευκη στον χώρο μίας υπαίθριας εκδηλώσεως, επειδή υπήρχε διαταγή να μην περάσουν ... πανώ! Από την άλλη, έχουμε δει άπειρες φορές να καίγεται το εθνικό μας σύμβολο, μπροστά στα μάτια αστυνομικών και να μην αντιδρά κανείς. Εδώ, έχω απλά να πω ότι πάνω από κάθε διαταγή, πάνω από κάθε γαλόνι υπάρχει η Πατρίδα και ο όρκος που έχεις δώσει σ' αυτήν. Όταν σε καλούν να πατήσεις τον όρκο σου ή παραιτείσαι ή γίνεσαι συνένοχος. Πολύ περισσότερο αυτό ισχύει όταν οι άνωθεν εντολές έχουν εμφανώς πολιτικά κίνητρα και όχι υπηρεσιακά.

    Χωρίς δε να θέλω να εμβαθύνω σε ζητήματα που αφορούν την στολή, την εμφάνιση και τα τυπικά του αστυνομικού λειτουργήματος, έχω να παρατηρήσω ότι η εξαθλιωμένη εμφάνιση των περισσοτέρων οργάνων από την ανομοιομορφία στις στολές, τα «trendy» κουρέματα, τα γυαλιά και τις φαβορίτες έως τον ενικό που χρησιμοποιούν στους διαλόγους τους με τους πολίτες και το «δικάζειν» που χαρακτηρίζει πολύ συχνά την στάση τους, μαρτυρά την απόλυτη αποδιοργάνωση που επικρατεί στις τάξεις τους, την έλλειψη εκπαιδεύσεως και πειθαρχίας, αλλά και την αδιαφορία και ανικανότητα της ηγεσίας τους.

    Ο σημερινός αστυνομικός παρουσιάζει την εικόνα ενός πεινασμένου κλητήρα του δημοσίου που εκτελεί διαταγές μόνο όταν τον ελέγχουν, παραβιάζει συστηματικά τον νόμο στην ιδιωτική του ζωή, αλλά και εν ώρα υπηρεσίας, και παραβλέπει οποιαδήποτε αυθαιρεσία μέχρι και έγκλημα που μπορεί να εμφανισθεί στο διάβα του, εφόσον δεν έχει ειδική εντολή να ασχοληθεί μ' αυτό. Θλιβερό αποτέλεσμα αυτού του φαινόμενου είναι να συναντά κανείς κατ' επανάληψη άπειρες αυθαιρεσίες, οι οποίες λαμβάνουν χώρα μπροστά στα μάτια οργάνων της τάξεως, χωρίς αυτά να παρεμβαίνουν, με το πρόσχημα ότι δεν έχουν διαταγή για κάτι τέτοιο. Το παλιό «κύριε Πόλισμαν, κύριε Πόλισμαν» δεν έχει πια αποτέλεσμα. Πόσες φορές δεν απευθυνθήκατε σε κάποιον περαστικό αστυνομικό για κάποιο μικροπρόβλημά σας, το οποίο με την παρουσία του και μόνον θα λυνόταν, κι εκείνος σας παρέπεμψε στο «100»; Χαρακτηριστικό είναι και το παράδειγμα εμπόρου, ο οποίος συνέλαβε επ' αυτοφώρω διαρρήκτη του καταστήματός του, πλησίον του Αστυνομικού Τμήματος Ακροπόλεως, κι ενώ καλούσε τον σκοπό για βοήθεια την ώρα που ο διαρρήκτης τον απειλούσε με μία αλυσίδα, ο σκοπός παρέμεινε ακούνητος στην θέση του, λες και ήταν τσολιάς στ' ανάκτορα χωρίς καν να χρησιμοποιήσει τον ασύρματό του.

    Παρατηρείται επίσης, μία ανοχή από μέρους των οργάνων για παραπτώματα, στα οποία και οι ίδιοι υποπίπτουν. Αυτό εντείνεται όταν γνωρίζουν ότι υπάρχει άλλη υπηρεσία για να παρέμβει αντ' αυτών. Κλασσική είναι η περίπτωση της παρανόμου σταθμεύσεως, όπου η Αστυνομία τα φορτώνει μονίμως στην Δημοτική Αστυνομία. Εξίσου προκλητικό όμως είναι να βλέπει κανείς ένστολους που επιστρέφουν από την υπηρεσία τους στο σπίτι, επιβαίνοντας σε δίκυκλα χωρίς κράνος και παραβιάζοντας με ποικίλους τρόπους τον Κ.Ο.Κ.

    Όλα αυτά και πολλά άλλα τα βλέπουν οι πολίτες και, όπως είναι φυσικό, δεν σέβονται την αστυνομία. Η εξαθλίωση της σημερινής Αστυνομίας έχει πολύ δυσάρεστες συνέπειες. Πέραν του ότι ενθαρρύνονται η αυθαιρεσία και το έγκλημα, ωθούνται πολλοί νομοταγείς πολίτες στην αυτοδικία και η κοινωνία μας ομοιάζει με ζούγκλα όλο και περισσότερο. Στην καλύτερη των περιπτώσεων όλο και περισσότεροι πολίτες υποπίπτουν στην «δικομανία», κατά την προσφιλή, αλλά και άκρως απαράδεκτη έκφραση των αστυνομικών. Διότι δεν αρκεί ο νόμος και το Σύνταγμα ούτε το πολίτευμα για να εγγυηθούν την αρμονική και ειρηνική συνύπαρξη των πολιτών. Όσο οι θεσμοί και τα όργανα ευτελίζονται τα παραπάνω δεν είναι παρά χαρτί και μελάνι.

    Όταν μάλιστα κληθούμε να συζητήσουμε για πιο σοβαρά ζητήματα, όπως αυτά που αφορούν την αντιμετώπιση μαζικών εκδηλώσεων βίας ή βαρέων εγκλημάτων, όπως ληστείες, δολοφονίες και τρομοκρατικές ενέργειες, τότε είναι που πραγματικά απογοητεύεται κανείς. Και θα ήταν λάθος αν ο αντίλογος περιελάμβανε το αντεπιχείρημα της συλλήψεως της 17 Νοέμβρη και της απολύτου τάξεως των Ολυμπιακών Αγώνων, διότι τότε προκύπτει το ερώτημα: «Μήπως λοιπόν μπορείτε, αλλά δεν θέλετε;». Ας μην σταθούμε όμως εδώ.

    Πριν λοιπόν κατά την συνήθη τακτική η Αστυνομία φορτώσει όλες τις ευθύνες στο Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως και στις Κυβερνήσεις, ας φροντίσει για τα στοιχειώδη, διότι για να μπορείς να λες ότι ασκείς λειτούργημα και να σε παίρνουν στα σοβαρά, πρέπει να σε χαρακτηρίζει και το ανάλογο κύρος, μέρος του οποίου εξασφαλίζεται με την τυπικότητα και την πειθαρχία που απαιτούν οι ένστολες υπηρεσίες. Για την ώρα αυτό το κύρος δεν διαφαίνεται στο βάθος του τούνελ.

    Κατηγορία: