Συναίνεση ναι, αλλά με ποια κριτήρια;

  • Δημοσιεύτηκε: 26 Φεβρουάριος 2009

    Άσχετα με το κατά πόσον η παγκόσμια οικονομική κρίση είναι τεχνητή ή πραγματική, άσχετα από το αν δημιουργήθηκε ή όχι από συγκεκριμένα κέντρα επιρροής και διαμόρφωσης των οικονομικών εξελίξεων, η πραγματικότητα είναι αμείλικτη. Ήδη οι συνέπειές της έχουν γίνει εμφανείς διεθνώς, αλλά και στην ελληνική αγορά. Είτε πρόκειται για την κεραμοποιϊα «Κοθάλη», που απέλυσε ήδη 30 εργαζομένους της είτε για μικρές επιχειρήσεις, όπως βιοτεχνία σιροπιαστών της Κομοτηνής, που απέλυσε 5 επί χρόνια εργαζομένους σ' αυτήν, γεγονός είναι ότι επιχειρηματίες, είτε χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα, είτε εκ πραγματικής ανάγκης, προχωρούν σε μαζικές απολύσεις, δημιουργώντας έτσι τεράστια κοινωνικά προβλήματα με την αύξηση της ανεργίας στην χώρα μας. Η ανασφάλεια που έχει δημιουργηθεί στην ελληνική αγορά κατά τους τελευταίους μήνες, ιδιαίτερα με την φημολογία περί ενδεχόμενου κλεισίματος της χρηματοδοτικής στρόφιγγας των τραπεζών προς τις ελληνικές επιχειρήσεις, είχε ως αποτέλεσμα κινήσεις πανικού η, τουλάχιστον, αυτοπροφύλαξης εκ μέρους των επιχειρηματιών. Κοινώς, «φύλαγε τα ρούχα σου για νά 'χεις τα μισά».

    Η πραγματικότητα στο περιβάλλον των ελληνικών τραπεζών είναι αλήθεια ότι δεν είναι και η καλύτερη. Μπορεί να μην έχει να κάνει με την έκθεσή τους στα αμερικανικά «τοξικά» προϊόντα (αμοιβαία κεφάλια, ρέπος, δομημένα ομόλογα κ.λπ.), τουλάχιστον στον βαθμό που συμβαίνει με τις περισσότερες ευρωπαϊκές τράπεζες, αλλά υπάρχει ένα άλλο σημείο που πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα: Η έκθεση των ελληνικών τραπεζών στην βαλκανική και τουρκική αγορά. Η έκθεση αυτή κάθε άλλο παρά ασήμαντη μπορεί να θεωρηθεί, αφού ανέρχεται ήδη σχεδόν στο 14% του ενεργητικού τους. Όλοι θυμόμαστε την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος πριν μερικά χρόνια, προκειμένου να εξαγοράσει την Financbank στην Τουρκία, μία επιθετική κίνηση η οποία επέφερε μία σημαντική κερδοφορία για 2-3 έτη, αλλά σήμερα απειλεί σημαντικά την υγιή πορεία της μεγαλύτερης ελληνικής Τράπεζας και στυλοβάτη της εθνικής οικονομίας μας.

    Αν όμως η Εθνική Τράπεζα έχει από μόνη της τις αντιστάσεις για να αντιμετωπίσει τις όποιες δυσκολίες, όσο κι αν κοστίσει αυτό τόσο στην ίδια όσο και στην εθνική οικονομία, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι μπορούν να πράξουν το ίδιο και οι υπόλοιπες ελληνικές Τράπεζες που αναζήτησαν ένα κερδοσκοπικό όφελος επενδύοντας στις επισφαλείς αυτές οικονομίες. Ήδη η ηγεσία της Τράπεζας της Ελλάδος αλλά και κύκλοι του Υπουργείου Οικονομικών «πιέζουν» τους τραπεζίτες να προχωρήσουν το συντομότερο σε συγχωνεύσεις, για να αντιμετωπίσουν τα επικείμενα χειρότερα.

    Υπάρχουν όμως και τα «παπαγαλάκια» των τραπεζιτών, που με τη μορφή «ειδημόνων» και «αναλυτών» εμφανίζονται στις οικονομικές στήλες «έγκυρων» εντύπων και προβάλλουν ως μόνη λύση για τη σωτηρία των τραπεζών την ... κρατικοποίησή τους. «Αποδεικνύεται ιστορικά ότι από όλα τα μέτρα που μπορεί κανείς να λάβει για να βοηθήσει τις Τράπεζες, το πιο αποτελεσματικό είναι η κρατικοποίηση. Και αυτό γιατί ο μόνος θεσμός που έχει επαρκή κεφάλαια για να σώσει τις Τράπεζες είναι η κυβέρνηση», επισημαίνει το στέλεχος του διεθνούς επενδυτικού οίκου BlackRock, Krishnan Sunil, στον «Κόσμο του Επενδυτή» (14/2/2009). Το μόνο που δείχνει να «ξεχνά» ο «ειδήμων» κ. Sunil είναι ότι οι κυβερνήσεις δεν διαχειρίζονται χρήματα δικά τους, αλλά των πολιτών των χωρών τους.

    Όλα αυτά τα golden boys του διεθνούς οικονομολογικού jet set, με τις περγαμηνές της θητείας τους σε διεθνείς οικονομικούς οίκους και τα μεταπτυχιακά διεθνών πανεπιστημίων, είναι οι ίδιοι που μέχρι πριν λίγο καιρό έπειθαν τις κυβερνήσεις των διαφόρων χωρών ότι τα κράτη δεν κάνουν για επιχειρηματίες και ότι έπρεπε να προχωρήσουν το ταχύτερο σε αποκρατικοποιήσεις. Έτσι, όσον αφορά την πατρίδα μας τουλάχιστον, κρατικοί επιχειρηματικοί κολοσσοί, όπως τσιμεντοβιομηχανίες, τράπεζες, ΟΤΕ, τουριστικές μονάδες κ.λπ. κρίθηκαν ασύμφορες για το κράτος και ξεπουλήθηκαν με σκανδαλώδη τρόπο. Σήμερα, με πρόσχημα την οικονομική κρίση και αφού καρπώθηκαν τον αφρό των πρώτων ετών από την αποκρατικοποίηση οι ιδιώτες «επενδυτές», αλλά και τα παχυλά αμειβόμενα μεγαλοστελέχη τους, που ανέλαβαν υψηλές διευθυντικές θέσεις στις επιχειρήσεις που έστησε με τον ιδρώτα και το αίμα του ο ελληνικός λαός, και αφού οδήγησαν πολλές από αυτές στο χείλος του γκρεμού και στην απαξίωση, οι ίδιοι άνθρωποι έρχονται να περάσουν στην κοινή γνώμη ότι είναι προς το συμφέρον των πολιτών να κρατικοποιηθούν και πάλι οι επιχειρήσεις αυτές. Μαζί τους και όσες άλλες δημιουργήθηκαν από ιδιώτες και καρπώθηκαν τα κίνητρα που είχαν θεσμοθετηθεί εν τω μεταξύ και για τις υπόλοιπες του κλάδου.

    Όσον αφορά στις ελληνικές τράπεζες, ο αγώνας του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος είναι να πείσουν τις διοικήσεις τους, να ρίξουν το πακέτο των 28 δισεκατομμυρίων ευρώ στην ελληνική αγορά και όχι για να στηρίξουν τις θυγατρικές τους στα Βαλκάνια και στην Τουρκία! Εκεί φτάσαμε λοιπόν. Τα χρήματα που δανείζεται η χώρα μας, υποθηκεύοντας έτι περισσότερο το μέλλον των Ελλήνων πολιτών, υποτίθεται για να ενισχύσει την ελληνική επιχειρηματική δραστηριότητα, πρόκειται να μεταφερθούν για την τόνωση της ρευστότητας ξένων χωρών, πολλές φορές μάλιστα εχθρικών και με εδαφικές διεκδικήσεις σε βάρος της πατρίδας μας!

    Η αστεία δικαιολογία των διοικήσεων των τραπεζών ότι πρόκειται με τα χρήματα αυτά να δανειοδοτηθούν και να στηριχτούν ελληνικές επιχειρήσεις που έχουν επενδύσει στις χώρες αυτές. Η συντριπτική πλειονότητα, όμως, των επιχειρήσεων αυτών, με το άνοιγμα των συνόρων και με την εκμετάλλευση των συγκυριακών πολιτικών και οικονομικών συνθηκών, μετακόμισε από την Ελλάδα στις χώρες αυτές, αφήνοντας χιλιάδες ελληνικές οικογένειες να αντιμετωπίζουν το φάσμα της ανεργίας. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση εκατοντάδων επιχειρήσεων από τη Μακεδονία και την Θράκη, που αφού καρπώθηκαν τα κίνητρα των παραμεθορίων περιοχών, τις εγκατέλειψαν για τις κερδοφόρες προοπτικές που ανοίγονταν στις χώρες αυτές.

    Το χρέος μιας κυβέρνησης, που ενδιαφέρεται πραγματικά για την διασφάλιση της ευημερίας των πολιτών της χώρας, δεν είναι άλλο από την αυστηρή εφαρμογή των ελεγκτικών μηχανισμών, την αμείλικτη τιμωρία όσων παραβούν τις διατάξεις τους και την αξιοποίηση των όποιων ευνοϊκών μέτρων ληφθούν είτε εγχωρίως, είτε από την Ε.Ε., προς αποκλειστικό όφελος της εγχώριας ανάπτυξης και ευημερίας. Ο ρόλος ενός εποικοδομητικού αντιπολιτευτικού λόγου, όχι στο πλαίσιο μιας εκβιαστικής «συναίνεσης» που επικαλείται ο πρωθυπουργός, αλλά της οικοδόμησης ενός εθνικού σχεδίου αντιμετώπισης των συνεπειών τόσο της παρούσας κρίσης όσο και μελλοντικών, είναι κάτι παραπάνω από απαραίτητος και χρήσιμος στις μέρες μας. Η πολιτική έκφραση του Ελληνικού Πατριωτικού Κινήματος, που δεν είναι άλλη από τον Λαϊκό Ορθόδοξο Συναγερμό, πρέπει να σταθεί ενώπιον αυτής της ευθύνης και να αναλάβει πρωτοβουλίες για την υλοποίησή του το συντομότερο δυνατόν.


    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 21ης Φεβρουαρίου 2009 της εφημερίδας Ελεύθερος Κόσμος.
    Κατηγορία: