Ανασκόπηση πατριωτικού κινηματογράφου 2005-2006 (Μέρος Β')

  • Δημοσιεύτηκε: 03 Ιούλιος 2006

    Αναζητώντας στον κινηματογράφο αλήθεια, ομορφιά και μεγάλες αξίες, διαλέξαμε να παρουσιάσουμε, από την σαιζόν που μόλις τελείωσε, μια σειρά από ταινίες, που είτε έθεσαν ένα χριστιανικό προβληματισμό, είτε πρόβαλαν τις Αιώνιες Αξίες του Έθνους, της Φυλής, της Παράδοσης και του Ηρωϊκού Τρόπου Ζωής.

    Από την Ρωσία έρχεται ο αναθεωρητικός «Ήλιος» (New Cinema) του Αλεξάντερ Σοκούρωφ, του σκηνοθέτη της «Ρωσικής Κιβωτού». Κεντρικό θέμα της ταινίας η απόφαση του Χιροχίτο να αρνηθεί την θεϊκή του φύση σύμφωνα με την Ιαπωνική Παράδοση και να συνθηκολογήσει με τους Αμερικάνους για να σώσει τον λαό του. Ενώ δείχνει την γενναιοδωρία του Μακ Άρθουρ που ζητά από τους ανώτερους του να μην καταδικασθεί ο Χιροχίτο ως εγκληματίας πολέμου, όπως έγινε με τους Γερμανούς αξιωματούχους στην Νυρεμβέργη.

    Στην ταινία ο Χιροχίτο δείχνεται ως δύσπιστος σύμμαχος του Χίτλερ και δηλώνει ότι παρόλο που πολλές φορές πιέσθηκε από τους Γερμανούς να καταλάβει το Ιρκούτσκ (πρωτεύουσα της Σιβηρίας), αλλά αρνήθηκε, σώζοντας έτσι, σύμφωνα με τον Σοκούρωφ, την Μόσχα και την Ρωσία.

    Ο Χιροχίτο του Σοκούρωφ είναι ένας τζέντλεμαν που διατηρεί μία ποιητικότητα μέσα στον πόλεμο, γράφοντας ποιήματα στον γιο του και δείχνεται πιο έξυπνος από τους Αμερικανούς στρα τιώτες που τον φωτογραφίζουν. Ενώ αποφασίζει να πιει το πικρό ποτήρι της ήττας και της αποκαθήλωσης προς χάριν του λαού του. Κάτι που προκαλεί την συμπάθεια του σκηνοθέτη για τον Χιροχίτο, ακριβώς γιατί ξεπερνά τον εαυτό του και συνθηκο λογεί.

    Aυτόν τον κόσμο τραγικών αποφάσεων ο Σοκούρωφ τον σκηνοθετεί στα χρώματα της σέπιας, ακόμα και όταν ο Χιροχίτο ανεβαίνει από το καταφύγιο στην επιφάνεια της Γης, δείχνοντας ότι η ήττα εξαφάνισε το φυσικό χρώμα στην Ιαπωνία.

    Σημαντική ταινία τόσο από εθνική, όσο και χριστιανική άποψη υπήρξε ο «Άγνωστος Κόσμος» (The New World - Village Films), το τελευταίο ποιητικό αριστούργημα του Τέρενς Μάλικ. Πρόκειται για μία επικών διαστάσεων ταινία όπου μέσα από την ερωτική ιστορία του Κάπταιν Σμιθ (Κόλιν Φάρελ) και της Ποκαχόντας (Κοριάν κα Κίλτσερ) δείχνει την άφιξη των Άγγλων αποίκων στο Τζέημσταουν το 1607 και την γέννηση της Αμερικής.

    Χρησιμοποιώντας όχι ένα γραμμικό σενάριο για την ταινία του, αλλά ένα εσωτερικό μονόλογο, ο Μάλικ δημιουργεί μία ελεγεία για τον χαμένο παράδεισο της προαποικιακής Αμερικής, αλλά και της χαμένης ευκαιρίας της ειρηνικής συνύπαρξης γηγενών και αποίκων.

    Από την πρώτη στιγμή, οι Άγγλοι παρουσιάζονται σαν θεοφοβούμενοι που πιστεύουν ότι αυτή είναι η Εδέμ που τους υποσχέθηκε ο Θεός, αλλά ενεργούν αντιχριστιανικά δένοντας τους ιθαγενείς και αδειάζοντας πάνω τους τα πιστόλια τους. Δείχνονται επίσης άνθρωποι εγωϊστές, που αν και δεν ξέρουν πώς να επιβιώσουν, τσακώνονται για το ποιος θα γίνει αρχηγός. Από την άλλη, οι Ινδιάνοι δείχνονται ως άνθρωποι που δεν ξέρουν τι θα πει απληστία, ζήλια και αίσθημα κατοχής. Παρόλα αυτά δεν διστάζουν να προσπαθήσουν να σκοτώσουν τον Σμιθ, γιατί δεν τον καταλαβαίνουν.

    Εκείνη που θα τον σώσει και θα υπάρξει η γέφυρα επικοινωνίας ανάμεσα στους δύο λαούς, είναι η κόρη του αρχηγού, η Ποκαχόντας που «ξεπερνούσε τις υπόλοιπες, όχι μόνο στην ομορφιά, αλλά και στην εξυπνάδα». Η ζωή του Σμιθ με τους Ινδιάνους και την Ποκαχόντας (αν και δεν πιστεύουμε ότι υπήρξε ποτέ έρωτας λόγω του νεαρού της Ινδιάνας πριγκίπισσας) δείχνεται σαν μια αρμονική ζωή σε ένα χαμένο Παράδεισο κοντά στην Φύση, ένα από τα αγαπημένα θέματα στην φιλμογραφία του Μάλικ.

    Η Ποκαχόντας θα σώσει τους αποίκους και θα αποκληρωθεί γι' αυτό από τον πατέρα της. Θα βλέπει από μακριά κλαίγοντας τους δύο λαούς να σκοτώνονται, όταν οι Άγγλοι κάνουν στους Ινδιάνους γνωστή την απόφαση τους να μείνουν, πράγμα που σήμαινε ότι οι Ινδιάνοι θα έχαναν την γη τους. Όταν μάθει ότι ο Σμιθ πέθανε - έτσι ζήτησε να της πουν - θα αποφασίσει να μείνει με τους λευκούς αποίκους και θα βαπτιστεί Χριστιανή παίρνοντας το γελοίο όνομα Ρεβέκκα. Τέλος, μέσα από τον γάμο της με τον Τζων Ράλφ θα μάθει ότι η πραγματική αγάπη δεν έχει σχέση με ερωτικές αλχημείες και ιδεαλισμό, αλλά και με συμβιβασμό όπου μαθαίνεις να τιμάς, να προστατεύεις, να σέβεσαι τον άλλο και να προσφέρεις σε αυτόν. Με άλλα λόγια είναι η πραγματική χριστιανή ηρωίδα του φιλμ.

    Η σημαντικότερη όμως χριστιανική ταινία και ίσως και η κορυφαία της σαιζόν υπήρξε το βραβευμένο με Χρυσό Φοίνικα του Φεστιβάλ Καννών «Το Παιδί» (L' Enfant - Playtime) των Βέλγων αδελφών Νταρντέν. Οι ταινίες του Λυκ και του Ζαν-Πιέρ Νταρντέν (Ροζέτα, Ο Γιός) συνδυάζουν τον νεορεαλισμό του Κεν Λόατς και την θρησκευτικότητα ενός Μπρεσόν ή ενός Κισλόφσκι, προβληματίζοντας τον θεατή σχετικά με την θέση της ηθικής στον σύγχρονο κόσμο.

    Στην νέα τους ταινία η Σόνια, 18 ετών και ο Μπρούνο, 21 ετών είναι ένα νεαρό ζευγάρι που ζει στην Σερέν, μία βιομηχανική στα βόρεια του Βελγίου. Ζουν από το επίδομα της Σόνια και ό,τι κλέβει ο Μπρούνο και η συμμορία του που αποτελείται από 14χρονα. Στην αρχή της ταινίας βλέπουμε την Σόνια να γυρίζει από το νοσοκομείο με το νεογέννητο παιδί τους, τον μικρό Τζίμυ. Ανακαλύπτει ότι ο Μπρούνο έχει υπενοικιάσει το διαμέρισμά τους σε ένα ζευγάρι, χωρίς να νοιάζεται για το πού θα μείνουν αυτή και το παιδί τους. Αναζητώντας τον, τον βρίσκει να ασχολείται με τις συνηθισμένες του μικροκομπίνες και να μεταπράττει τα κλοπιμαία. Σε κάποια στιγμή, δίχως κανένα ίχνος ηθικής και πατρικού ενστίκτου, ο Μπρούνο αποφασίζει να πουλήσει τον μικρό Τζίμυ.

    Μία πράξη που θα καταστρέψει την σχέση του με την Σόνια και θα τον μπλέξει με μία αδίστακτη συμμορία πώλησης βρεφών, αλλά και την Αστυνομία.

    Πρόκειται για μία εκπληκτική ταινία πάνω στην απληστία και τον αμοραλισμό του Μπρούνο, που θυμίζει το «Χρήμα» του Ρομπέρ Μπρεσόν, του μεγαλυτέρου ειδώλου των αδελφών Μταρντέν. Πάνω όμως από όλα είναι μια μελέτη πάνω στην ελεύθερη βούληση του ανθρώπου. Ο Θεός έδωσε την ελεύθερη βούληση στον άνθρωπο, στην συγκεκριμένη περίπτωση στον Μπρούνο για να δει αν θα την χρησιμοποιήσει σωστά χωρίς να επεμβαίνει. Αν επενέβαινε δεν θα επρόκειτο για ελεύθερη βούληση. Με άλλα λόγια η κάμερα (αλλά και η ταινία) είναι το βλέμμα του Θεού. Κάτι που δεν μπορούμε να πούμε για καμιά άλλη ταινία. Στο καθηλωτικό τέλος κλαίει μετανιώνοντας, είναι όμως κάτι προσωρινό ή θα τον λυτρώσει οριστικά;

    Μία ταινία παρόμοιου προβληματισμού είναι το «Τsotsi» (Rosebud) του Γκάβιν Χούντ από την Νότια Αφρική που βραβεύτηκε με το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας.

    Ο Τσότσι (το όνομα σημαίνει γκάνγκστερ ή κάθαρμα) είναι ένας νεαρός γκάνγκστερ που ζει στον σκληρό και ανελέητο υπόκοσμο του Γιοχάνεσμπουργκ. Έχει μεγαλώσει χωρίς οι γονείς του να νοιάζονται γι' αυτόν, χωρίς εκπαίδευση που να του πει για τις συνέπειες των πράξεων του και χωρίς θετικά πρότυπα για να ακολουθήσει.

    Μια μέρα θα επιτεθεί σε μία γυναίκα και θα κλέψει το αυτοκίνητό της. Σύντομα όμως θα ανακαλύψει ότι στο πίσω κάθισμα υπάρχει ένα μωρό. Θα αποφασίσει να κρατήσει το παιδί χωρίς να ζητήσει λύτρα και χωρίς να αποφασίσει να το σκοτώσει. Πρέπει να κρύψει το παιδί που κλαίει συνέχεια από τους υπόλοιπους γκάνγκστερς, αλλά και να μείνει ασύλληπτος από την αστυνομία, που μπορεί να τον βρει χάρις στα κλάματα του μωρού.

    Από εκεί και πέρα ξεκινά η πνευματική του Οδύσσεια, όπου θα αρχίσει να διχάζεται ανάμεσα στην αμαρτωλή του φύση και την φωνή της συνείδησης. Γενικά πρόκειται για μια ταινία χριστιανικής μετάνοιας και λύτρωσης που απαιτείται να δείτε.

    Όποιοι βιάστηκαν να προδιαγράψουν το τέλος του γουέστερν εξαιτίας του «Μυστικού του Brokeback Mountain», σίγουρα δεν είχαν προβλέψει μία ταινία σαν τις «Τρεις Ταφές του Μελκιάδες Εστράδα» (The Three Burials of Melquiades Estrada - Προοπτική), το σκηνοθετικό ντεμπούτο του ηθοποιού Τόμμυ Λη Τζόουνς.

    Στην Βαν Χάουζεν, μία μικρή βαρετή κωμόπολη του Τέξας κοντά στα σύνορα με το Μεξικό, ο Πήτερ Πέρκινς (Τζόουνς), επιστάτης ενός ράντσο γίνεται φίλος με ένα Μεξικανό λαθρομετανάστη, τον Μελκιάδας Εστράδα και τον παίρνει σαν βοηθό του στο αγρόκτημα όπου δουλεύει. Μία μέρα ο Μάϊκ Νόρτον (Μπάρυ Πέππερς) ένας ευσυνείδητος, αλλά σκληρός απέναντι στους εισερχόμενους Μεξικανούς λαθρομετανάστες φύλακας των συνόρων σκοτώνει κατά λάθος τον Εστράδα και ο σερίφης Μπέλμοντ (ο «κάντρυ» τραγουδιστής Ντουάϊτ Γιοάκαμ) προσπαθεί να «καλύψει» το γεγονός. Όταν ο Πέρκινς θα ανακαλύψει ποιος το έκανε απαγάγει τον Νόρτον και τον παίρνει μαζί του για να τον βοηθήσει να ξεθάψει το πτώμα του φίλου του και να τον θάψει στην πατρίδα του, όπως του είχε υποσχεθεί.

    Πολλοί έγραψαν ότι πρόκειται για ένα «αντιρατσιστικό» γουέστερν. Θεωρούμε αυτήν την άποψη λανθασμένη. Με πρόφαση το πρόβλημα της λαθρομετανάστευσης, ο Τόμυ Λη Τζόουνς στήνει ένα βίαιο γουέστερν στην καλύτερη παράδοση του Σαν Πέκινπα («Φέρτε μου το Κεφάλι του Αλφρέντο Γκαρσία») έμπλεο από τις ιδέες της φιλίας, της δικαιοσύνης και της μεταμέλειας.

    Όπως είπε και ο ίδιος στις Κάννες, οι «Τρεις Ταφές» είναι ένα φιλμ για τους «μηχανισμούς της πίστης», ενώ δήλωνε επηρεασμένος από το έργο της Φλάνερυ Ο' Κόννορ, για την οποία είχε γράψει την διατριβή του. Η Φλάνερυ Ο' Κόννορ υπήρξε μία καθολική συγγραφέας του Αμερικάνικου Νότου, που έγραφε ιστορίες στο πνεύμα του Φώκνερ, γεμάτες βία, παράλογο χιούμορ και αμαρτωλούς που όμως καταλαβαίνουν τις άγνωστες βουλές του Θεού καλύτερα από τους υπόλοιπους, ενώ υπάρχει μέσα τους ο σπόρος της μεταμέλειας και της σωτηρίας.

    Κάτω από αυτό το πρίσμα πρέπει να δούμε την ταινία. Σε μία πόλη όπου οι άνδρες χρησιμοποιούν τις γυναίκες απλώς για σεξ και οι γυναίκες κάνουν εξωσυζυγικές σχέσεις γιατί απλώς πλήττουν, ο Πέρκινς βρίσκει ένα στόχο στην ζωή που είναι η τήρηση της υπόσχεσης στον φίλο του να τον θάψει στην πατρίδα του. Ενώ αναστυλώνει το ράντσο «Χιμένεζ», που για τον Εστράδα εκπροσωπούσε τον χαμένο Παράδεισο.

    Μέχρι την τελική σκηνή πιστεύαμε ότι ο Πέρκινς είχε πάρει τον Νόρτον μαζί του για να τον βοηθήσει στην ταφή του Εστράδα. Όμως στο τέλος υπάρχει μία επώδυνη σκήνη μεταμέλειας όπου, ακόμα και ο Νόρτον που ο σεναριογράφος Γκιγιέμο Αρρέλια (21 Γραμμάρια) έχει σκιαγραφήσει με τα πιο σκληρά χρώματα, βρίσκει την λύτρωση.

    Και από το γουέστερν του Τόμμυ Λη Τζόουνς περνάμε σε μια ταινία για την λευκή λαϊκή Παράδοση της Αμερικής. Πρόκειται για το βραβευμένο με Όσκαρ Walk the Line (Odeon) του Τζέημς Μάγκολντ, μία βιογραφία του Τζώννυ Κας, θρύλου της μουσικής «κάντρυ» που επηρέασε αμέτρητους καλλιτέχνες παντός είδους. Ο Γιόακιν Φοίνιξ, που κέρδισε Χρυσή Σφαίρα(προάγγελο των Όσκαρς), είναι συγκλονιστικός στον ρόλο του υιοθετώντας το δωρικό στυλ της έκφρασης, αλλά και της ερμηνείας του Κας, τραγουδώντας ο ίδιος τα τραγούδια της ταινίας.

    Η Ριζ Γουϊδερσπουν παίρνει ένα δευτερεύοντα ρόλο στην ταινία και τον μετατρέπει σε πρώτο, κερδίζοντας επάξια το Όσκαρ πρώτου γυναικείου ρόλου. Είναι απίθανη με την νότια συμπεριφορά της στον ρόλο της κόρης των θρυλικών «Κάρτερ Φάμιλυ» που τραγουδούσε από μικρή και που υπήρξε ο μεγάλος έρωτας του Κας, αλλά και το χέρι βοηθείας όταν έμπλεξε με τα ναρκωτικά. Ενώ ήταν εκείνη που τον βοήθησε να ωριμάσει σαν άτομο.

    Το Όσκαρ της Γουΐδερσπουν σημαίνει ότι η μουσική «κάντρυ» (που είναι ταυτισμένη με το τρίπτυχο Πατρίς – Θρησκεία - Οικογένεια) είναι δημοφιλής ακόμα και στο Χόλλυγουντ και είναι καιρός να την ανακαλύψουν και οι Έλληνες πατριώτες.

    Με μία άλλη έννοια της Παράδοσης, της λογοτεχνικής, σχετίζεται το «Περηφάνια και Προκατάληψη» (Pride and Prejudice - U.I.P.) του Τζο Ραϊτ. Πρόκειται για την μεταφορά του αριστουργήματος της Τζέην Ώστιν. Στα τέλη του 18ου αιώνα σε μία περίοδο όπου οι γυναίκες δεν είχαν δικαίωμα κληρονομιάς, μία μητέρα προσπαθεί να παν τρέψει πλούσια τις πέντε κόρες της, αλλά ο έρωτας θα είναι η επαναστατική δύναμη που θα αλλάξει πολλά πράγματα.

    Η έξυπνη, ανεξάρτητη στην σκέψη και ακριβοδίκαια Λίζι Μπέ νετ συναντά και ερωτεύεται τον Ντάρσεϋ, αλλά ο φαινομενικά αλαζονικός χαρακτήρας θα την κάνει να στραφεί στον γοητευτικό αξιωματικό Γουϊκαμ. Μια σειρά από γεγονότα θα την κάνει να καταλάβει ότι οι άνθρωποι δεν είναι αυτό που δείχνουν και ότι η ευγένεια της ψυχής του Ντάρσυ είναι κάτι που ήταν πολύ τυφλή για να την δει και ότι είναι πλασμένοι ο ένας για τον άλλο.

    O Ραϊτ αναδεικνύει την μόλις είκοσι χρονών Κέϊρι Ναϊτλυ (Κάντο Όπως ο Μπέκαμ, Πειρατές της Καραϊβικής) σε ηθοποιό Οσκαρικών διαστάσεων και σε ιδανική Λίζι Μπένετ. Eνώ μεταφέρει στην οθόνη με το καλύτερο τρόπο την χριστιανική ιδέα ότι στην ζωή δεν μετρά η ομορφιά (Γουϊκαμ), αλλά η ευγένεια της ψυχής (Ντάρσεϋ) και ότι δεν πρέπει να δίνει κανείς σημασία στην εξωτερική εμφάνιση, αλλά στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου.

    Στο «Αγαπητέ Φράνκι» (Dear Frankie - Προοπτική) της Σόνα Αούερμπαχ η Λίζι Μόρρισον (Έμιλυ Μόρτιμερ), μια νεαρή μητέρα ψάχνει να βρει έναν απολύτως ξένο για να παίξει για μια μέρα τον πατέρα στο κωφάλαλο γιο της, τον Φράνκι (Τζέρυ Μακ Έχαν). Ο Φράνκι γράφει τα γράμματα του στον πατέρα του στο πλοίο «Άκκρα», αλλά στην πραγματικότητα στέλνει τα γράμματα σε ένα ποστ ρεστάντ που έχει δημιουργήσει η Λίζι, γιατί «αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να ακούει την φωνή του Φράνκι». Είναι η Λίζι που απαντάει στα γράμματα. Πρέπει να πούμε ότι ο Φράνκι «δεν γεννήθηκε κωφάλαλος, αυτό είναι ένα δώρο από τον πατέρα του» Αυτός είναι και ο λόγος που η Λίζι μετακομίζει συνέχεια.

    Η Λίζι δεν θα βρει μόνη της τον φανταστικό πατέρα και θα ζητήσει την βοήθεια της Μαρί, της φίλης της, που έχει το μαγαζί fish and chips όπου δουλεύει. Η Μαρί θα της βρεί ένα φίλο της ναυτικό που θα πληρωθεί γι' αυτό. Ο ξένος που θα πάρει το όνομα Ντέηβι (Τζέρρυ Μπάτλερ), το όνομα του πατέρα του Φράνκι, θα κερδίσει από την πρώτη στιγμή την αγάπη του μικρού κάνοντας του δώρο ένα βιβλίο με ζώα του βυθού, που ξέρει ότι λατρεύει. Θα πάρει τον Φράνκι στο γήπεδο όπου παίζει ένα σημαντικό αγώνα και θα κάνει ότι κάνει κάθε πατέρας με τον γιο του. Όταν όμως θα μείνει μία ακόμη μέρα, θα την περάσει μαζί με την Λίζι και τον Φράνκι και πολλά θα αλλάξουν στις ζωές όλων.

    Αυτό που ακούγεται σαν ένα τυπικό μελόδραμα μετατρέπεται από τον σεναριογράφο Αντρέα Γκιμπ και την Σόνια Αντερμπάουμ σε ένα μικρό διαμάντι καταπιεσμένων αισθημάτων που όταν αποκαλύπτονται φέρνουν τους ανθρώπους, που ζουν λίγο πιο πάνω από την ενέχεια, στον προσωπικό τους παράδεισο. Ενώ είναι το καλύτερο φιλμ που έχουμε δει για την ανάγκη κάθε παιδιού να έχει ένα πατρικό πρότυπο.

    Στο «Μόναχο» (Munich - U.I.P) ο Στήβεν Σπίλμπεργκ καταγράφει την οργάνωση αντιποίνων της Ισραηλινής κυβέρνησης που ακολούθησαν την σφαγή της ισραηλινής ολυμπιακής ομάδας από Παλαιστινίους στην διάρκεια των Ολυμπιακών του Μονάχου το 1972. Αρχηγός της ομάδας ο Άβνερ Κάουφμαν (Έρικ Μπάνα), ο καλύτερος υπασπιστής της Γκόλντα Μεϊερ. Όμως κάθε κτύπημα προκαλεί καινούργια πιο αιματηρά αντίποινα.

    Ο Σπίλμπεργκ εκπλήσσει τους πάντες περνώντας, αν και Εβραίος, για πρώτη φορά την άποψη των Παλαιστινίων σε χολλυγουντιανή ταινία. Και δεν το κάνει μόνο μία φορά. Στην αρχή της ταινίας στην τηλεοπτική κάλυψη των γεγονότων και την δικαιολόγηση τους συμπεριλαμβάνει ένα κατοπινό ασπρόμαυρο απόσπασμα από μία τηλεοπτική εκπομπή του κορυφαίου Παλαιστίνιου διανοούμενου του 20ου αιώνα: του αείμνηστου Εντουάρ Σαΐντ.

    Την δεύτερη φορά βάζει στο στόμα του Παλαιστινίου πρέσβη την φράση: «Είμαστε το μεγαλύτερο κράτος προσφύγων στον κόσμο». Τέλος σε μία παράδοξη σκηνή σε ένα ελληνικό ξενοδοχείο όπου από λάθος του ίδιου πληροφοριοδότη Εβραίοι πράκτορες νοικιάζουν το ίδιο δωμάτιο με Παλαιστίνιους αντάρτες και αναγκαστικά παριστάνουν τα μέλη επαναστατικών κινημάτων, ένας Παλαιστίνιος δηλώνει: «Εσείς οι Ευρωπαίοι αριστεροί δεν ξέρετε τι σημαίνει να μην έχει κάποιος πατρίδα. Η πατρίδα είναι το παν». Ενώ η μητέρα του ήρωα δηλώνει για τo Ισραήλ: «Έπρεπε να το πάρουμε γιατί κανένας άλλος δεν θα μας το έδινε. Ότι και να χρειάστηκε, ότι και να χρειαστεί, έχουμε ένα δικό μας μέρος στον κόσμο».

    Επίσης, ο Σπίλμπεργκ θέτει το θέμα διάστασης της ηθικής ενός λαού με τις πράξεις των ηγετών του. Ενώ ο ήρωας του τελικά αμφισβητεί τις αξίες της βίας και την ηθική του «οφθαλμός αντί οφθαλμού» και ζητάει δίκη και όχι εκτέλεση των τυχόν υπευθύνων. Αυτό όμως σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι έχουμε να κάνουμε με μία ταινία με φθηνή αριστερή ρητορεία και αντιπολεμικά συνθήματα. Απλώς, ο Κάουφμαν θέλει να διοχετεύσει την ενέργεια του σε κάτι πιο θετικό, που είναι η οικογένεια του. Τέλος αν και ο Κάουφμαν λάτρευε την πατρίδα του σαν μητέρα του, απογοητευμένος αρνείται να γυρίσει στο Ισραήλ και μένει στην Νέα Υόρκη.

    Όχι άδικα η ταινία αποκαλέστηκε από τους Παλαιστίνιους ως «η κρίση συνείδησης του Σπίλμπεργκ». Για μας πάντως είναι μία επίκληση για ειρήνη από τον πιο απρόσμενο σκηνοθέτη.

    Μια επίκληση για ειρήνη είναι και το «Παράδεισος Τώρα» (Paradise Now - Προοπτική) του Παλαιστίνιου Χάνυ Αμπού Ασσάντ. Μία ται νία που κέρδισε την Χρυσή Σφαίρα για το καλύτερο Ξενόγλωσσο Φιλμ και που ήταν υποψήφιο για το Όσκαρ του καλύτερου Ξενόγλωσσου Φιλμ 2006.

    Ο Σαΐντ και ο Χαλέντ είναι δύο παιδικοί φίλοι που ζουν στην Νάπλες στην Δυτική Όχθη και περνούν τον καιρό τους δουλεύοντας σε συνεργείο αυτοκινήτων, πίνοντας τσάϊ και καπνίζοντας ναργιλέ στον κοντινό λόφο βλέποντας τους πυραύλους να περνούν. Η ζωή του Σαϊντ αλλάζει όταν γνωρίζει την Σούχα, κόρη του Αμπού Αζάζ, ενός Παλαιστίνιου ηγέτη που σκοτώθηκε ηρωϊκά. Η Σούχα ανήκει στην πλούσια τάξη των Παλαιστινίων, σπούδασε στην Γαλλία και έζησε στο Μαρόκο πριν γυρίσει στην πατρίδα. Ενώ ο Σαΐντ θαυμάζει τον θάνατο του Αζάζ, η Σούχα δηλώνει ότι θα προτιμούσε να τον έχει δίπλα της, παρά να τον θαυμάζει σαν ήρωα.

    Κάποια μέρα και οι δύο θα επιλεγούν από μια οργάνωση για μια αποστολή αυτοκτονίας στο Τελ Αβίβ. Από αυτούς ο Καλέντ είναι ο πιο ενθουσιασμένος ενώ ο Σαΐντ εμφανίζεται λιγότερο πεπεισμένος γι' αυτό που πηγαίνουν να κάνουν. Ο τελευταίος παίρνει μέρος στην αποστολή για να ξεπλύνει την ντροπή του, καθότι είναι γιος συνεργάτη των ισραηλινών δυνάμεων κατοχής που εκτελέστηκε. Οι δύο τους θα εξαγνισθούν , θα σινιαριστούν και θα φορέσουν ακριβά ρούχα για να φαίνονται σαν να πηγαίνουν σε γάμο. Ενώ θα φτιάξουν από ένα βίντεο όπου θα εμφανίζονται ως ιερομάρτυρες για να παιχθούν μετά τον θάνατο τους.

    Όμως, κάτι πάει στραβά και μέχρι να δούμε το τέλος της ταινίας έχουμε την κυριαρχία της σκέψης της Σούχα, που αν και η ίδια είναι ενάντια στην Ισραηλινή κατοχή, εναντιώνεται στον τρόπο δράσης των δύο φίλων πιστεύοντας ότι δίνουν στο Ισραήλ το άλλοθι να συμπεριφέρεται όπως συμπεριφέρεται. Ενώ αντιπροτείνει ένα ηθικό πόλεμο ενάντια στο Ισραήλ. «Ο Παράδεισος που πιστεύεις ότι θα πας, είναι μέσα στο κεφάλι σου» θα πει στον Καλέντ την στιγμή που ψάχνουν τον Σαΐντ. Για να πάρει την απάντηση: «Προτιμώ τον Παράδεισο στο μυαλό μου από την Κόλαση στην οποία ζω».

    Η σκέψη της Σούχα προκαλεί αντιδράσεις στους δύο φίλους, αλλά το ηθικό δίδαγμα του έργου είναι με την πλευρά των δύο ανδρών. Έτσι, στο τέλος ο Σαϊντ θα λάβει μέρος στην αποστολή αυτοκτονίας απομακρύνοντας τον διστακτικό Καλέντ.

    Όπως και με την ταινία του Σπίλμπεργκ, έτσι και το «Παράδεισος Τώρα» κτυπήθηκε και από τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές. Αφ' ενός, το αμερικανο-εβραϊκό λόμπυ θεώρησε ότι ήταν υπέρ της τρομοκρατίας και ζήτησε να αποσυρθεί από τα Όσκαρ. Ενώ ο Υπουργός Πολιτισμός της Παλαιστίνης ζήτησε να λογοκριθεί γιατί είναι ενάντια στους καμικάζι. Απόδειξη ότι και οι δύο ταινίες «έκαναν το σωστό» (για να θυμηθούμε την ομώνυμη ταινία του Σπάϊκ Λη).

    Αυτά όσον αφορά τις ταινίες εθνικοχριστιανικού προβληματισμού που αξίζει να τις αναζητήσει κανείς στα θερινά σινεμά ή τα βιντεοκλάμπς της γειτονιάς.

    Κατηγορία: