Ο δρόμος προς την Ευρωπαϊκή Σοβιετία

  • Δημοσιεύτηκε: 06 Ιούνιος 2008

    Όταν τον περασμένο Ιανουάριο έγινε η πρώτη δημοσκόπηση στην Ιρλανδία σχετικά με την πρόθεση του ιρλανδικού λαού να αποδεχθεί η όχι την Συνθήκη της Λισσαβόνας, 24% των Ιρλανδών είχε ήδη αποφασίσει να ψηφίσει ΝΑΙ, ενώ μόνο 10% σκόπευε να απορρίψει την συνθήκη. Από τους υπολοίπους το 64% δήλωνε αναποφάσιστο.

    Όσο οι μέρες περνούν και πλησιάζουμε στο δημοψήφισμα της 12ης Ιουνίου, το οποίο θα κρίνει εκ νέου την τύχη του Ευρωσυντάγματος για όλη την Ευρώπη, τόσο οι αναποφάσιστοι μειώνονται. Την περασμένη εβδομάδα, σε νέα δημοσκόπηση, το 41% των Ιρλανδών δήλωνε ότι θα ψηφίσει «ΝΑΙ», ενώ οι αντιρρησίες άγγιξαν το 33%, κλείνοντας την ψαλίδα σε μία διαφορά της τάξεως του 8%. Όσο για το υψηλό ποσοστό των αναποφάσιστων η απάντηση κρύβεται ίσως σε διαδικτυακή δημοσκόπηση καθημερινής ιρλανδικής εφημερίδας, σύμφωνα με την οποία το 88% των αναγνωστών θεωρούν ότι είναι ανενημέρωτοι σχετικά με την συνθήκη.

    Τα παραδείγματα προηγούμενων δημοψηφισμάτων, όπως της Δανίας για το Ευρώ το 2000, και για τον ίδιο λόγο της Σουηδίας το 2003, της Γαλλίας και της Ολλανδίας για το Ευρωσύνταγμα το 2005 αλλά και όλων χωρών της διεύρυνσης, όπου έγιναν δημοψηφίσματα, δείχνει ότι ο θεσμός των δημοψηφισμάτων αποτελεί απαγορευμένο καρπό για την ανάπτυξη του ευρωπαϊκού μορφώματος. Τα τελευταία δέκα χρόνια μόνο σε ένα δημοψήφισμα άκουσε η Ε.Ε. το πολυπόθητο ΝΑΙ και αυτό ήταν το 2005 στην Ισπανία για το Ευρωσύνταγμα, την ίδια ώρα που η Γαλλία και η Ολλανδία το πέταγαν στον κάδο των απορριμμάτων.

    Τα παραπάνω δεδομένα δίνουν και μία απάντηση στο ερώτημα, γιατί οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες έχουν αποκλείσει την διαδικασία του δημοψηφίσματος, ειδικά εις ό,τι αφορά ζητήματα που θέτει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο ευρωσκεπτισμός ως ανακλαστικό κυρίως των ευρωπαϊκών εθνών και της ανάγκης επιβιώσεως αυτών, της διαφορετικότητάς τους, αλλά και των θεμελιωδών συστατικών του ευρωπαϊκού πολιτισμού είναι ένα φαινόμενο ταχέως αναπτυσσόμενο και εμφανίζεται σε όλο το πολιτικό φάσμα για ποικίλους λόγους, οι οποίοι μπορεί να είναι είτε οικονομικοί, είτε πολιτισμικοί, είτε και κοινωνικοί.

    Τρανό παράδειγμα η Ελλάδα, όπου ο ευρωσκεπτικισμός διακρίνεται και στην Αριστερά και στην Δεξιά. Από την μία ο ΛΑ.Ο.Σ. ο οποίος και με την δυναμική παρουσία του Γιώργου Καρατζαφέρη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αλλά και με την ελληνική κοινοβουλευτική του παρουσία έχει αντιτεθεί έντονα στις ευρωπαϊκές ντιρεκτίβες και αναμένεται να καταψηφίσει την Συνθήκη της Λισσαβόνας, ζητώντας δημοψήφισμα και από την άλλη το ΚΚΕ και ο ΣΥΡΙΖΑ που από το αριστερό πρίσμα απορρίπτουν συνθήκη, ζητώντας επίσης δημοψήφισμα, παρ' ότι αυτή είναι ιδιαιτέρως ευνοϊκή για τους μετανάστες.

    Το ερώτημα που προκύπτει, ωστόσο, ειδικά από την πιο κυνική μερίδα των ευρωσκεπτικιστών, είναι το κατά πόσο αυτά τα ανακλαστικά μπορούν να αντιμετωπίσουν τον ισοπεδωτισμό των Βρυξελλών αλλά και την αλαζονεία με την οποία αντιμετωπίζεται η λαϊκή βούληση. Το γεγονός ότι η Ε.Ε. φέρει για δεύτερη φορά το ευρωσύνταγμα προς ψήφιση και η βεβαιότητα ότι θα το ξαναπράξει μέχρι να πετύχει την αποδοχή του, ενισχύει τις όποιες αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα του ευρωσκεπτικισμού.

    Όπως διαβάζουμε στον ευρωσκεπτικιστικό ιστοχώρο «Brussels Journal» σε άρθρο του Τζων Λάφλαντ, δημοσιογράφου της Guardian, της Sunday Telegraph, του Spectator και πληθώρας άλλων βρετανικών εντύπων, λίγοι είναι αυτοί που γνωρίζουν ότι η Ε.Ε. είχε ξεκινήσει να εφαρμόζει τις διατάξεις του Ευρωσυντάγματος πολύ πριν καν υπογραφεί η ανανεωμένη έκδοσή του στην Λισσαβόνα τον περασμένο Δεκέμβριο. Αμέσως μετά την υπογραφή του πρώτου ευρωσυντάγματος από τους Ευρωπαίους ηγέτες η Ε.Ε. ίδρυσε τα ακόλουθα γραφεία: Το Γραφείο Ευρωπαϊκής Διαστημικής Πολιτικής, το Γραφείο Ευρωπαϊκής Αμύνης, το Γραφείο Συνόρων «Frontex», και το Γραφείο της Ε.Ε. για τα Θεμελιώδη Δικαιώματα.

    Αυτά τα γραφεία αποσκοπούν στην άσκηση των νέων εξουσιών της Ε.Ε., αυτών που θα εκχωρούντο στην Ε.Ε. με την αποδοχή του Ευρωσυντάγματος ή – αν θέλετε – αυτών που θα εκχωρηθούν με την κύρωση της Συνθήκης της Λισσαβόνας από τα κράτη - μέλη. Το γεγονός, όμως, ότι δημιουργήθηκαν προ της κυρώσεως της μίας ή της άλλης συνθήκης τα καθιστά παράνομα. Το Γραφείο της Ε.Ε. για τα Θεμελιώδη Δικαιώματα, για παράδειγμα, δημιουργήθηκε προ ενός έτους και αποσκοπεί στην υπεράσπιση της Χάρτας των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., η οποία δεν έχει κυρωθεί και δεν έχει νομική υπόσταση. Επειδή, όμως, το Ευρωσύνταγμα απερρίφθη, η Ε.Ε. έπρεπε να βρει κάποιο τέχνασμα για να δικαιολογήσει την δημιουργία του γραφείου. Κατέφυγε, λοιπόν σε ένα ασαφές άρθρο (Άρθρο 308), θαμμένο στην Συνθήκη του Μάαστριχ, που επιτρέπει την λήψη «μέτρων» για «προς εξυπηρέτηση των σκοπών της κοινής αγοράς». Ωστόσο, στα συνολικά 54 άρθρα και τις 22 σελίδες της, η Χάρτα των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων δεν έχει την παραμικρή αναφορά στον όρο «Κοινή Αγορά». Ως εκ τούτου, η χρήση του άρθρου 308 για την δημιουργία του Γραφείου είχε ανερυθρίαστα δόλια κίνητρα.

    Αν λοιπόν ο ευρωσκεπτικισμός δεν φύγει από το επίπεδο ενός απλού κλίματος και δεν μπει στην ατζέντα των κομμάτων που επηρεάζει ως κεντρικό σημείο της πολιτικής τους, δεν υπάρχει περίπτωση να αποβεί αποτελεσματικός για τα ευρωπαϊκά έθνη. Η Ε.Ε. με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θα εφαρμόσει τα σχέδιά της κι αυτό θα καθίσταται ολοένα και πιο εύκολο, όσο εκχωρούν τα έθνη-κράτη τα κυριαρχικά τους δικαιώματα στις Βρυξέλλες. Θα περιμέναμε, λοιπόν, οι πολέμιοι της Ευρωσυντάγματος, σε όποιο κομμάτι του πολιτικού φάσματος και αν ανήκουν να κάνουν σοβαρές εκστρατείες για την προστασία της εθνικής μας κυριαρχίας, όπως και αν αυτοί την εννοούν και όχι να σιγοψιθυρίζουν τα περί δημοψηφίσματος, χωρίς ουσιαστικά να κάνουν κάτι άλλο.


    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 1ης Ιουνίου της εφημερίδας Ελεύθερη Ώρα.