Φεστιβαλικός «αντιρατσισμός» διά χειρός Καπλάνι

  • Δημοσιεύτηκε: 25 Ιούνιος 2008

    Ένα από τα τρέχοντα έργα του Φεστιβάλ Αθηνών είναι το έργο «Εδώ» σε σκηνοθεσία Γιώργου Νανούρη. Πρόκειται για οκτώ ιστορίες μεταναστών βασισμένες σε άρθρα του Αλβανού Γκαζμέντ Καπλάνι, μέσα από τις οποίες ο γνωστός δημοσιογράφος βγάζει όλο το μίσος του για τους «ρατσιστές» Έλληνες. Το έργο ανεβαίνει από ομάδα νεαρών ηθοποιών σε θεατρικό τροχόσπιτο και μεταφέρεται με ελεύθερη είσοδο στο Πεδίο του Άρεως, την Πλατεία Κολωνού και το Μουσείο Μπενάκη. Εμείς είδαμε την πρεμιέρα στο Πεδίο του Άρεως και γράψαμε τις εντυπώσεις μας.

    Το έργο ξεκινάει με τους νεαρούς ηθοποιούς να συστήνονται σαν μετανάστες. Βέβαια στις περισσότερες περιπτώσεις το φύλο δεν έχει σημασία. Έτσι οι περισσότεροι άνδρες μετανάστες ερμηνεύονται από κοπέλες. Η βασική ιδέα του έργου είναι ότι ο μετανάστης δεν πιστεύει ότι η χώρα του αξίζει πια και δεν μπορεί να γίνει ποτέ μέρος της νέας του πατρίδας. Μα αυτό ακριβώς λέμε και εμείς οι εθνικιστές με διαφορετικό τρόπο. Αφού δεν πρόκειται να γίνει μέρος της κοινωνίας γιατί κάθεται εδώ και βασανίζεται; Ας γυρίσει στην χώρα του να παλέψει να καλυτερέψει τις συνθήκες διαβίωσης.

    Όσο για τον τίτλο σημαίνει τους ανθρώπους που ζουν ή έχουν γεννηθεί «εδώ». Έχουμε δηλαδή το κλασσικό κόλπο της παγκοσμιοποίησης (καπιταλιστικής και μαρξιστικής) να θεωρεί λαό όποιους μένουν σε μια χώρα. Ένα φυλετικό αχταρμά χωρίς έννοια κοινής καταγωγής, κοινής ιστορίας και κοινού οράματος.

    Η πρώτη μετανάστρια που λέει τον καημό της είναι η Μάγια μισή Σερβίδα και μισή Κροάτισσα. Μιλάει για τον Μιλόσεβιτς που ήθελε να διαλύσει την Σερβία ως σατράπης. Δεν καταλαβαίνουμε κύριε Καπλάνι, ποιος ήθελε να διαλύσει την Σερβία; Ο Μιλόσεβιτς ή οι συμπατριώτες σας; Που τελικά τα κατάφεραν.

    Από το πρώτο σκετς φαίνονται οι κακοί Έλληνες που εκμεταλλεύονται και κλέβουν τους «κακόμοιρους» μετανάστες. Η στιγμή που η νεαρή ηθοποιός μιλάει για αυτό δείχνει τόσο μίσος για τους Έλληνες που πιστεύεις ότι δεν παίζει Ελληνίδα.

    Υπάρχει επίσης μια νοοτροπία που δείχνει την νεολαία να μην θεωρεί δικό της έναν πόλεμο όταν η πατρίδα δέχεται επίθεση. Στην συγκεκριμένη περίπτωση η Σερβία. Δηλαδή καλλιεργείται η ιδέα της προδοσίας με πνευματικό επίχρισμα τον «ανθρωπισμό» ή την αδελφότητα όλων των ανθρώπων. Αυτό δηλαδή που καλλιεργείται και στην ελληνική νεολαία. Μόνο που θα είναι αργά όταν βρεθεί αντιμέτωπος καλάσνικωφ του Ουτσετσέ.

    Επίσης ο Ούγκο που είναι ο γκόμενος της εν λόγω δεσποινίδας αρνείται το πολυπολιτιστικό Σχολείο του Ελληνικού και αρνείται την αφομοίωση. Ακριβώς για αυτήν την αλήθεια κτυπούν τον κώδωνα κινδύνου οι εθνικιστές: ότι οι μετανάστες δεν πρόκειται να αφομοιωθούν.

    Μια ιδέα που έρχεται και ξανάρχεται είναι η αγωνία για την άδεια παραμονής. Και αυτοί μπορεί να νοιώθουν χάλια. Όμως το κράτος δεν θα έπρεπε να παίρνει μέτρα;

    Η μόνη περίπτωση που συγκινηθήκαμε είναι η ιστορία μιας Αρμένισσας που έρχεται να παντρευτεί έναν Αρμένη και γίνεται σκλάβα του Αρμένη που την κακομεταχειρίζεται και τελικά την εκδίδει σε φίλους του. Ανακαλύπτει μάλιστα ότι έχει ήδη σύζυγο και κάποια στιγμή εμφανίζεται στην ιστορία και μια νεότερη Αρμένισσα από την πρώην Σοβιετική Ένωση. Και εμείς ξέραμε ότι οι Αρμένιοι είναι χριστιανοί κόπτες, όχι πολυγαμικοί μουσουλμάνοι...

    Υπάρχουν πολλές ιστορίες με Αφρικανούς. Γιατί άραγε; Μήπως γιατί οι «φιλάνθρωποι» Έλληνες συγκινούνται περισσότερο από τους κακόμοιρους μαυρούκους; Οι Έλληνες παρουσιάζονται ως ρατσιστές που φοβούνται το χρώμα του μαύρου και κάποια στιγμή υπάρχει ένα μουσικό στιγμιότυπο όπου φωνάζει «είμαι μαύρος» μαζί με όλον τον θίασο. Η πλάκα είναι ότι οι Αλβανοί αποδεικνύονται πιο ρατσιστές από τους Έλληνες απέναντι στους μαύρους. Να κάτι που να μπορεί να κερδίσουμε από την συνύπαρξη μας με τους Αλβανούς!

    Σε πολλά σκετς κατηγορείται το ελληνικό κράτος ότι κρατά όμηρους τους μετανάστες, μην δίνοντας τους χαρτιά και διαβατήρια. Πάλι φταίνε οι κακοί Έλληνες που είναι ρατσιστές. Και φυσικά δεν θα μπορούσε να λείπει το κλασσικό σκετς με τους κακούς Έλληνες που δεν νοικιάζουν σε ξένους.

    Εκείνο που περνάει υπόγεια ξανά και ξανά είναι ότι ο τόπος γέννησης είναι τυχαίος. Όπου γης και πατρίς δηλαδή. Όλοι είμαστε όλα και φυσικά τίποτα. Οποιοσδήποτε μπορεί να έρθει παράνομα εδώ και να θεωρείται Έλληνας. Ακόμα και μαύροι. Φαίνεται κάποιοι θέλουν να κάνουν την ιδέα της Μαύρης Αθήνας σημερινή πραγματικότητα. Ενώ το πιο αφελές επιχείρημα που ακούσαμε είναι η σύγκριση ανάμεσα σε ταξιτζήδες από την επαρχία (εσωτερικοί μετανάστες) και λαθρομετανάστες. Η πλάκα είναι ότι το κοινό ακουγόταν να συμφωνεί με αυτήν την επικίνδυνη μπαρούφα. Ενώ στο τέλος υπάρχει και το αναγκαίο ραπ που τραγουδά ενάντια στον ρατσισμό.

    Πρέπει να πούμε ότι η πολυπολιτισμικότητα είναι η επίσημη ιδεολογία του Φεστιβάλ Αθηνών που συνεργάζεται με φόρουμ μεταναστών. Έχουν ανέβει φοβερές παραστάσεις πάνω στο θέμα της λαθρομετανάστευσης όπως το «Τελευταίο Καραβάν Σεράϊ» της Αριέν Μούνσκιν. Μπορεί να διαφωνούσαμε με την στάση τους, αλλά κανείς δεν έβριζε την χώρα του ρατσίστρια. Εδώ έχουμε το θέμα να πληρώνει ο ελληνικός λαός για θέαμα όπου τον βρίζουν ρατσιστή. Δεν νομίζετε ότι πάει πολύ; Ειδικά όταν στην συντριπτική πλειοψηφία του έχει εκφρασθεί επανειλημμένως ενάντια στην λαθρομετανάστευση. Πιστεύουμε ότι αφού λέγεται ελληνικό φεστιβάλ θα έπρεπε να προβάλλονται καταρχήν οι αξίες του ελληνικού λαού και μετά ας υπάρχει και η αντίθετη γνώμη. Αν και όπως δηλώνουν κάποιοι υπεύθυνοι «ζούμε σε μια εποχή όπου το Έθνος μετρά όλο και λιγότερο». Άρα μην περιμένετε αλλαγή πλεύσης στο Φεστιβάλ Αθηνών.

    * ο Γιώργος Πισσαλίδης είναι κριτικός κινηματογράφου και αυτήν την περίοδο συγγράφει το βιβλίο «Ο Σύγχρονος Κινηματογράφος της Δεξιάς».


    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 14ης Ιουνίου 2008 της εφημερίδας Ελεύθερος Κόσμος.

    Κατηγορία: