Έκλεισαν φέτος στις 9 Νοεμβρίου, 70 χρόνια από την πρεμιέρα του «Κονσέρτου του Αρανχουέθ» του Χοακίν Ροδρίγο. Μιας σύνθεσης που όχι μόνο είναι το πιο διάσημο κομμάτι για κιθάρα, αλλά που υπήρξε και το επίσημο μουσικό αριστούργημα του Φρανκισμού.
Μια τυφλή ιδιοφυία
Μία από τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες της Ισπανικής μουσικής, ο Χοακίν Ροδρίγο γεννήθηκε στο Σεγκούντο της Βαλένθιας ανήμερα της Αγίας Κιλικίας, προστάτιδας της μουσικής, στις 22 Νοεμβρίου 1901. Σε ηλικία 3 ετών, ο μικρός Χοακίν έχασε σχεδόν την όραση του, εξαιτίας μιας επιδημίας διφθερίτιδας, γεγονός που τον έσπρωξε να μάθει μουσική. Σε ηλικία 8 ετών άρχισε να σπουδάζει σολφέζ, πιάνο και βιολί. Θα σπουδάσει αρμονία και σύνθεση με τον Φρανκίθκο Αντίχ και το 1927 θα κάνει μετεκπαίδευση με τον Πωλ Ντουκάς στην «Εθνική Σχολή Μουσικής του Παρισιού». Εκεί θα γνώριζε μουσικές διασημότητες της εποχής, όπως ο Ντάριους Μιλώ, ο Μωρίς Ραβέλ και ο Μανουέλ ντε Φέλλα, που έγινε ο μέντορας του.
Ο Ροδρίγο άρχισε να συνθέτει από την ηλικία των 21 ετών. Τα πρώτα του έργα δείχνουν μία επίδραση από τον Ραβέλ και τον Στραβίνσκυ, αλλά το σύνολο του έργου του θα είναι επηρεασμένο από το σύνολο της Ισπανικής παράδοσης: από την μεσαιωνική μουσική μέχρι την μελοποίηση σύγχρονων ποιητών.
Η δημοφιλέστερη όμως σύνθεση του είναι το «Κονσέρτο του Αρανχουέθ» (Concierto de Aranjuez), που άρχισε να το γράφει στο τέλος του Ισπανικού Εμφυλίου στην Γερμανία, όπου ζούσε με την σύζυγο του, πιανίστρια Βικτώρια Καμχί και γενόμενος φίλος με τον πιανίστα Αλφρέντ Κορτώ, μετέπειτα Υπουργό Πολιτισμού της κυβερνήσεως του Βισύ. Όπως δηλώνει και ο τίτλος του είναι ένα κονσέρτο για κιθάρα και ορχήστρα, εμπνευσμένο από τους κήπους του Αρανχουέθ και το θερινό παλάτι των Βουρβώνων, που κτίστηκαν από τον Φίλιππο τον Βʼ στα τέλη του 16ου αιώνα και ξανακτίστηκαν στα τέλη του 18ου αιώνα από τον Φερδινάνδο τον ΣΤʼ.
Ένα έργο μουσικού εθνικισμού
Πρόκειται για ένα νοσταλγικό έργο που θέλει να μεταφέρει τον ακροατή στην Ισπανία του 16ου αιώνα. Σύμφωνα με τον ίδιο τον Ροδρίγο, το πρώτο μέρος «κινείται από ένα ρυθμικό πνεύμα και μια δύναμη χωρίς κανένα από τα δύο θέματα να διακόπτουν το αδιάκοπο βήμα του». Το δεύτερο μέρος «εκπροσωπεί ένα διάλογο ανάμεσα στην κιθάρα και τα σόλο όργανα» (εγγλέζικο κόρνο, όμποε κλπ) και το τελευταίο μέρος «φέρνει στον νου έναν αυλικό χορό, στον οποίο ο συνδυασμός ενός διπλού και τριπλού χρόνου διατηρεί ένα πολύ γρήγορο τέμπο μέχρι το τέλος». Περιέγραφε δε το κονσέρτο, ως ένα έργο «που συλλαμβάνει το άρωμα από τις μανόλιες, το τραγούδι των πουλιών και το ανάβρυσμα των συντριβανιών» στους κήπους του Αρανχουέζ. Με άλλα λόγια τις ομορφιές που ένας τυφλός, όπως ο ίδιος ο Ροδρίγο, θα μπορούσε να εκτιμήσει.
Η μπαρόκ φόρμα του κομματιού ταιριάζει με την επισημότητα του μέρους, αλλά οι χοροί του πρώτου και του τρίτου μέρους και η αξεπέραστη μελωδία του δεύτερου μέρους, έχουν τις ρίζες τους σε παλιά λαϊκά μουσικά στυλ της Ισπανίας. Έτσι έχουμε ένα κομμάτι όπου ο μουσικός εθνικισμός της Ισπανίας συνδυάζεται με την ιδιοφυία του Ροδρίγο να γράφει συναρπαστικές ενορχηστρώσεις και εύληπτες μελωδίες.
Το πρώτο μέρος, το Allegro con spirit είναι γεμάτο ενέργεια και δύναμη και επηρεασμένο από τα φαντάγκο, τους παραδοσιακούς χορούς της Ισπανίας. Είναι δε κτισμένο σε διάφορες μουσικές εναλλαγές. Υπάρχει η παραδοσιακή εναλλαγή ανάμεσα στο σόλο όργανο και την ορχήστρα, η θεματική εναλλαγή ανάμεσα στις χορδές της κιθάρας και μελωδία που παίζουν τα βιολιά και η ρυθμική εναλλαγή ανάμεσα στον ρυθμό των 6/8 και των 3/4. Είναι δε χαρακτηριστικό πως τοποθετεί την πιο ήρεμη κιθάρα απέναντι στην πλήρη ορχήστρα.
Το δεύτερο μέρος είναι το Adagio, από τα πιο αναγνωρίσιμα κομμάτια κλασσικής μουσικής του 20ου αιώνα. Είναι εμπνευσμένο από την σαέτα, ένα θρησκευτικό θρήνο που ψέλνεται την Μεγάλη Εβδομάδα. Η κιθάρα και το εγγλέζικο κόρνο εναλλάσσουν συνεχώς το θέμα και η ορχήστρα μιμείται το προσκύνημα των πιστών στον δρόμο.
Τέλος το Allegro gentile είναι ένας ιδιοφυής συνδυασμός μπαρόκ αντίστιξης και λαϊκών χορών.
Το επίσημο αριστούργημα του Φρανκισμού
Για χρόνια, πολλοί είκαζαν τι ήταν εκείνο που ενέπνευσε τον Ροδρίγο να γράψει το μελαγχολικό, αλλά διάσημο δεύτερο μέρος. Υπήρχαν φίλοι του συνθέτη που δήλωναν ότι το έγραψε εμπνευσμένος από τον βομβαρδισμό της Γκουέρνικα. Όμως η Βικτώρια Καμχί θα αποκάλυπτε ότι όταν ο Ροδρίγο συνέθετε το δεύτερο μέρος, εκείνη απέβαλλε στο πρώτο τους παιδί. Όπως λέει και ο κλασσικός κιθαρίστας Πέπε Ρομέρο, το δεύτερο μέρος «είναι μια προσευχή και μια συζήτηση με τον Θεό. Στο δε τέλος νοιώθει κανείς την άνοδο της ψυχής του αγέννητου παιδιού να φτάνει στα ουράνια».
Κόντρα στους μουσικούς πειραματισμούς της εποχής (Σένμπεργκ), το «Κονσέρτο του Αρανχουέθ» υπήρξε ένα εθνικό αριστούργημα που απεικονίζει μουσικά την ιστορία, την μουσική παράδοση και την γεωγραφία της Ισπανίας. Η επίσημη πρεμιέρα του έργου έγινε στις 9 Νοεμβρίου 1940 και υιοθετήθηκε αμέσως από το εθνικιστικό καθεστώς του Φράνκο.
Ένα κομμάτι της λαϊκής κουλτούρας του 20ου αιώνα
Το «Κονσέρτο για Αρανχουέθ» ήταν το έργο που ανύψωσε την παραμελημένη κιθάρα σε σόλο όργανο της ορχήστρας. Και μάλιστα χωρίς ο Ροδρίγο να ξέρει κιθάρα! Θα εξασφάλιζε για πάντα μια άνετη ζωή και ένα τίτλο ευγενείας στον δημιουργό του. Υπήρξε επίσης ένα δημοφιλές κομμάτι της λαϊκής κουλτούρας του 20ου αιώνα. Δεκάδες καλλιτέχνες διασκεύασαν το «Κονσέρτο του Αρανχουέθ» ή μόνο το διάσημο Adagio: από τον κλασσικό κιθαρίστα Τζούλιαν Μπρημ και τους «Λεντ Ζέππελιν» στους «Σάντοους» και τους «Μόντερν Τζαζ Κουαρτέτ». Επίσης στο Adagio προστέθηκαν στίχοι και έγινε επιτυχία από τον Ρισάρ Αντονύ, την Νάνα Μούσχουρη και τον Χοσέ Καρέρας.
Η δημοφιλέστερη όμως εκτέλεση είναι αυτή του τρομπετίστα της τζαζ, Μάιλς Ντέηβις για τον δίσκο «Sketches of Spain» του 1959. Μία επιτυχία που οφείλεται κυρίως στις ενορχηστρώσεις του λευκού οραματιστή της συμφωνικής τζαζ, Γκιλ Έβανς. Η πιο αγαπημένη όμως εκτέλεση του ίδιου του Ροδρίγο είναι αυτή με τον δεξιοτέχνη του φλαμένκο, Πάκο ντε Λουθία ως σολίστα, που πριν παίξει το έργο δεν ήξερε να διαβάζει νότες.
Σήμερα, 35 χρόνια μετά τον θάνατο του Φράνκο (20/11/1975), μπορούμε να πούμε ότι το καθεστώς του Ισπανού «καουντίγιο» μας παρέδωσε ένα έργο που θεωρείται το δημοφιλέστερο κομμάτι κλασσικής μουσικής του 20ου αιώνα. Καιρός να το ανακαλύψουν και οι Έλληνες εθνικιστές.
Συντομευμένη έκδοση του άρθρου δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 20ης Νοεμβρίου 2010 της εφημερίδας Ελεύθερος Κόσμος.

31-12-2025
Όταν το σύστημα φοβάται τον καθρέφτη του
05-02-2025
Η εθελοδουλεία ως βίωμα
08-05-2024
Καλή αποτυχία Μαρίνα!
14-02-2024
Πολιτισμική οκνηρία
23-04-2023
Επιλογές Ιουνίου για το Φεστιβάλ Αθηνών
26-07-2020
Η παραχάραξη του 1821 αποσκοπεί να στηρίξει ιδεολογικά μια «διευθέτηση» των ελληνοτουρκικών σχέσεων - Συνέντευξη του Μελέτη Μελετόπουλου 