Ξαφνικά φέτος την 28η Οκτωβρίου, οι εφημερίδες ανακάλυψαν τις κλασσικές πατριωτικές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου. Εμείς βέβαια δεν χρειαζόμαστε τέτοιες δικαιολογίες για να λατρεύουμε τις ταινίες που αναφέρονται στο έπος του '40 και τον ηρωισμό του Ελληνικού στρατού.
Αποφασίσαμε λοιπόν να γράψουμε για δύο από αυτές, που αν και μιλούν για το έπος του '40, χαρακτηρίζονται από μια αντιδιαστολή στο τρόπο που το κινηματογραφούν. Παραμένουν όμως εξίσου πατριωτικές, παρ' όλο που η αριστερή κριτική τις θέλει αντίθετες. Η πρώτη είναι το κλασσικό «Όχι» (1969) του Ντίμη Δαδήρα και η δεύτερη ο «Ουρανός» (1962) του Τάκη Κανελλόπουλου.
Το επικό «Όχι» του Δαδήρα
Το πρώτο είναι μία επική ταινία με πρωταγωνιστές τον Κώστα Πρέκα, την Βέρα Κρούσκα, τον Χρήστο Πολίτη και τον Στέφανο Στρατηγό. Δηλαδή την κλασσική τετράδα των παραγωγών του Τζέημς Πάρις. Παραμονές της 28ης Οκτωβρίου, ο Δημήτρης Νικολάου (Κώστας Πρέκας) είναι ερωτευμένος με την Στέλλα Σαλβατόρε (Βέρα Κρούσκα), κόρη του Ιταλού πρέσβη. Σε αυτήν την σχέση αντιτίθεται ο πατέρας του Δημήτρη γιατί θεωρεί τους Ιταλούς υπεύθυνους για τον τορπιλισμό της «Έλλης».
Όμως η κήρυξη του πολέμου χωρίζει τους δύο νέους. Ο Δημήτρης κατατάσσεται ως ανθυπολοχαγός στον ελληνικό στρατό και η Στέλλα τίθεται υπό περιορισμό στο Χατζηκυριάκειο, μαζί με τους υπόλοιπους Ιταλούς στην διάρκεια του πολέμου. Οι δύο νέοι παραμένουν ερωτευμένοι, κόντρα στην λογική του πολέμου. Με την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα, ο Δημήτρης περνάει στην Αντίσταση. Όμως το σπίτι των Νικολάου επιτάσσεται από τον συνταγματάρχη των SS, Σβάιτσερ (Χρήστος Πολίτης), που βάζει στο μάτι την όμορφη Στέλλα. Η άρνηση της όμως να ανταποκριθεί στον έρωτα του Σβάιτσερ, θα της κοστίσει ακριβά.
Μία πολεμική ταινία χωρίς «χάπυ εντ»
Το «Όχι» είναι από τις καλύτερες πατριωτικές ταινίες της περιόδου 1967-1973. Οι μάχες του μετώπου χαρακτηρίζονται από μία ηρωική διάθεση. Ειδικά οι σκηνές με τις επιθέσεις με τα άλογα και την μάχη του Ρούπελ είναι εντυπωσιακές για την εποχή τους. Ο Κώστας Πρέκας και η Βέρα Κρούσκα είναι στις καλύτερες στιγμές τους και στις μεγάλες τους ομορφιές. Εξάλλου τότε ο Πρέκας ήταν ο Νο 1 ζεν πρεμιέ της εποχής. Ο Χρίστος Πολίτης είναι πολύ καλός ως ναζί. Βέβαια θα μπορούσαν να λείπουν κάποιοι ενδυματολογικοί αναχρονισμοί, καθώς και η κακή εκφορά της ιστορικής φράσης «Τα οχυρά δεν παραδίδονται, καταλαμβάνονται» από τον Στέφανο Στρατηγό.
Όμως το «Όχι» είναι δίχως «χάπυ εντ». Αποδεικνύει όμως ότι υπάρχει εντιμότητα και γενναιότητα ακόμα και στο αντίπαλο στρατόπεδο (ο Γιώργος Μοσχίδης ως πατέρας της Στέλλας), καθώς και πόσο ένας έρωτας που απορρίπτεται, μπορεί να απελευθερώσει το κτήνος στην ψυχή του ανθρώπου.
Αν το «Όχι» είναι από τις αγαπημένες ταινίες του πατριωτικού χώρου, δεν συμβαίνει το ίδιο με τον λυρικό «Ουρανό» του Τάκη Κανελλόπουλου. Πρόκειται για μία από τις κορυφαίες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, που επαινέθηκε από τον ίδιο τον Φελλίνι όταν προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Καννών.
Τάκης Κανελλόπουλος: ένας δωρικός σκηνοθέτης
Η ταινία βασίζεται στις αναμνήσεις ανθρώπων που πολέμησαν στο έπος του '40 και πολλά γυρίσματα έγιναν στο χωριό Δρυόβουνο του Νομού Κοζάνης. Η μουσική είναι του Αργύρη Κουνάδη, ενώ κιθάρα παίζει ο Δημήτρης Φάμπας, ο οποίος την ίδια περίοδο συνόδευε την Ντόρα Γιαννακοπούλου στο «Γελαστό Παιδί» και τα τραγούδια του «Ομήρου».
Λίγο πριν την 28η Οκτωβρίου σε ένα χωριό της Μακεδονίας, η Ανθούλα (Αιμιλία Πίττα) αγαπά τον στρατιώτη Γιάγκο (Φαίδων Γιωργίτσης), ενώ ένας συνάδελφος του, ο Στράτος (Τάκης Εμμανουήλ) αγαπά την Σοφία (Νίκη Τριανταφυλλίδη). Ο πόλεμος τους χωρίζει και οι βασικοί ήρωες (μαζί με τον λοχία και τον δάσκαλο του χωριού) δεν θα επιζήσουν. Το μέτωπο καταρρέει. Οι Έλληνες γυρίζουν ράκη στα σπίτια τους, ενώ οι Γερμανοί μπαίνουν στην χώρα τραγουδώντας.
Ξεχάστε το επικό και μερικές φορές, πομπώδες στυλ των συνηθισμένων πατριωτικών ταινιών. Ο Κανελλόπουλος ήταν ένας δωρικός σκηνοθέτης που οι λιτές ασπρόμαυρες ταινίες ανέδιδαν μία φοβερή πνευματικότητα. Σε αυτήν την ταινία, ο Θεσσαλονικιός σκηνοθέτης εξυμνεί «την αποφασιστικότητα, την λεβεντιά και την θυσία των Ελλήνων». Όμως δεν απέφυγε να δείξει την τραγικότητα του πολέμου. Όπως σημείωνε και ο ίδιος: «Προσπαθήσαμε να δείξουμε όχι τον πόλεμο, αλλά τον άνθρωπο μέσα στο πόλεμο».
Ο «Ουρανός» και η διαστρέβλωση της Αριστεράς
Αυτό βέβαια έκανε την κυρίαρχη αριστερή κριτική να το θεωρεί ένα αντιπολεμικό αριστούργημα, που έδειχνε το πόσο κακός ήταν ο πόλεμος και πως καταστρέφει τον έρωτα και την ειρηνική ζωή. Για μια ακόμα φορά, η Αριστερά υφάρπαξε ένα καλλιτεχνικό αριστούργημα, διαστρέφοντας το νόημα του. Κατ' αρχήν η ταινία είναι αφιερωμένη «στους γνωστούς και άγνωστους Έλληνες, που έβαψαν με το αίμα τους το έπος του 1940-1941». Στην αρχή δε του δεύτερου μέρους περιγράφει τους πέντε ήρωες (μαζί με τον ταχυδρόμο, που είναι ο αφηγητής) ως «μία σταγόνα στο ωκεανό δόξας». Άρα η δόξα είναι δεδομένη για τους ήρωες του '40.
Επίσης ο Κανελλόπουλος δείχνει επίκαιρα της εποχής, τα οποία η πρόσφατη κριτική τα θέλει ως διαστρέβλωση του αντιπολεμικού πνεύματος του έργου από τον παραγωγό. Όμως ο ίδιος ο Κανελλόπουλος, ουδέποτε ανέφερε κάτι τέτοιο. Τα δε επίκαιρα ταιριάζουν στα λεγόμενα των αφηγητών. Δίπλα δε στον ηρωισμό υπάρχει και η τραγικότητα του πολέμου. Έτσι όταν οι σειρήνες σημαίνουν πόλεμο, μία μητέρα φοβάται για τον γιο της που είναι στα σύνορα, αλλά όταν βλέπει τους φαντάρους να ξεκινούν για τον πόλεμο σαν να πηγαίνουν για διασκέδαση ο φόβος εξαφανίζεται. Επίσης υπάρχει η αφήγηση στρατιώτη: «Περπατάμε ώρες ατελείωτες πάνω στα χιόνια και τις λάσπες. Τα μάτια βαραίνουν από την αϋπνία. Η άγρια πείνα θολώνει το μυαλό μέσα στο φοβερό αγιάζι του αλβανικού χειμώνα». Αυτή έπεται της φράσης «σπιθαμή με σπιθαμή, κορφή με κορφή, ξανακάναμε Ελληνική την Βόρεια Ήπειρο» από την διήγηση ενός άλλου στρατιώτη.
Ηρωισμός και τραγωδία
Το συναμφότερο υπάρχει και στην συμπεριφορά των στρατιωτών. Η συντροφικότητα ανάμεσα στους στρατιώτες συνυπάρχει με το κλέψιμο των άρβυλων του νεκρού λοχία για να αντιμετωπιστεί το κρύο. Η αυστηρότητα ενός ταγματάρχη προς ένα στρατιώτη συνάδει με το κλάμα του σαν μικρό παιδί, όταν αυτός ο στρατιώτης σκοτωθεί.
Όσο αφορά την κινηματογράφηση του ίδιου του έργου έχουμε μία απέραντη γαλήνη του τοπίου στο πρώτο μέρος και υποβλητικά τοπία στο δεύτερο. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία δίνει ευκαιρία στον Κανελλόπουλο να παίξει με τα παιχνίδια φωτός και σκιάς, τονίζοντας έτσι ψυχολογικές αντιθέσεις ανάμεσα στους ήρωες και το φυσικό περιβάλλον και δίνοντας καλύτερα τον στοχασμό του για την πορεία της Ιστορίας. Όσο για τις ερμηνείες είναι φυσικές και απλές.
Γιατί όμως είναι πατριωτική ταινία; Στο τελευταίο μέρος οι στρατιώτες θλίβονται γιατί ενώ κέρδιζαν τον πόλεμο, ξαφνικά είναι οι χαμένοι. Ο Στράτος δεν αντέχει την οπισθοχώρηση και αυτοκτονεί. Υπάρχει πιο πατριωτική στάση από αυτήν; Αν η ταινία ήταν αντιπολεμική, δεν θα αυτοκτονούσε, αλλά σκεπτόμενος την Σοφία θα παρέμενε στην ζωή. Το ίδιο ισχύει και για την αντιπαράθεση της αρχής («Πόσο τον αγαπώ Θεέ μου!») και του τέλους («Καημένη Πατρίδα»), όπου ο Κανελλόπουλος δείχνει τι «καίει» τις γυναίκες και τι τους άνδρες. Σε αυτήν την αντιπαράθεση οι στρατιώτες δεν νοιάζονται για τα προσωπικά τους, όπως οι γυναίκες, αλλά για το γενικό δράμα που είναι η κατοχή της Πατρίδας. Καιρός να ανακαλύψουν οι Έλληνες πατριώτες μία πατριωτική ταινία μεγάλου βεληνεκούς και οι αριστεροί να σταματήσουν για μια ακόμα φορά την διαστρέβλωση.
Συντομευμένη έκδοση του άρθρου δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 30ης Οκτωβρίου 2010 της εφημερίδας Ελεύθερος Κόσμος.

31-12-2025
Όταν το σύστημα φοβάται τον καθρέφτη του
05-02-2025
Η εθελοδουλεία ως βίωμα
08-05-2024
Καλή αποτυχία Μαρίνα!
14-02-2024
Πολιτισμική οκνηρία
23-04-2023
Επιλογές Ιουνίου για το Φεστιβάλ Αθηνών
26-07-2020
Η παραχάραξη του 1821 αποσκοπεί να στηρίξει ιδεολογικά μια «διευθέτηση» των ελληνοτουρκικών σχέσεων - Συνέντευξη του Μελέτη Μελετόπουλου 