Ο οσκαρικός μισάνθρωπος του Ντάνιελ Νταίη Λιούϊς

  • Δημοσιεύτηκε: 25 Φεβρουάριος 2008

    Λίγο πριν από τα 80α Όσκαρ κυκλοφόρησε το «Θα Χυθεί Αίμα» του Πωλ Τόμας Άντερσον, για να μας γνωρίσει τον ερμηνευτικό άθλο του Ντάνιελ Νταίη Λιούϊς, του κυριότερου διεκδικητή (και τελικού νικητή) του φετινού Όσκαρ ανδρικής ερμηνείας. Πρόκειται για μια ταινία που μας πηγαίνει στο 1898, την εποχή της δημιουργίας της σύγχρονης Αμερικής μέσα από το δίπολο της εξόρυξης του πετρελαίου και της θρησκευτικής αναγέννησης. Βασίζεται πολύ χαλαρά στην νουβέλλα «Πετρέλαιο» του Άπτον Σίνκλαιρ, την οποία ο Άντερσον («Μανόλια») μετατρέπει σε μια σπουδή για την απόλυτη φιλοδοξία του ατόμου, με τον τρόπο που ο Όρσον Γουέλς έκανε στον «Πολίτη Καίην» και ο Τζωρτζ Στήβενς στον «Γίγαντα» (με τον Τζέημς Ντην στον τελευταίο ρόλο του).

    Ο Πλαίηνβιου είναι ένας αυτοδημιούργητος άνθρωπος που ψάχνει για ασήμι στο Τέξας. Έχει την ικανότητα να επιβιώνει και στις πιο δύσκολες συνθήκες, όπως δείχνει και το πρώτο βουβό εικοσάλεπτο όπου σχεδόν σακάτης σέρνεται στην γη. Κάποια στιγμή θα βρει πετρέλαιο και από τότε η φιλοδοξία του θα αρχίσει να γίνεται μεγαλύτερη και επικίνδυνη για αυτόν και τους γύρους του. O Πλαίηνβιου εξορύσσει αυτό το πετρέλαιο με μηχανήματα που σχεδιάζει ο ίδιος και σύντομα αρχίζει να δέχεται παραγγελίες. Μάλιστα θα υιοθετήσει το ορφανό ενός εργάτη του, τον H.W., που θα το παρουσιάζει ως δικό του και ως «συνεργάτη» του. Ο σκοπός του είναι να παρουσιάζεται στους πελάτες ως «άνθρωπος που πιστεύει στις οικογενειακές αξίες» και να κερδίζει τις δουλειές.

    Μια μέρα θα εμφανιστεί μπροστά του ο ιερέας Πωλ Σάνταιη (Πωλ Ντάνο) και θα του αποκαλύψει το μυστικό του πατρικού του αγροκτήματος στην Λίτελ Μπόστον της Καλιφόρνια, όπου υπάρχει πετρέλαιο. Θα βάλει χέρι στο αγρόκτημα, ρίχνοντας στην αμοιβή την οικογένεια του Πωλ. Ο αδελφός του Πωλ, ο Έλι (Πωλ Ντάνο), είναι ιερέας της «Εκκλησίας της Τρίτης Αποκάλυψης» και όταν ζητήσει από τον Πλαίηνβιου να ευλογήσει τα εγκαίνια της πετρελαιοπηγής και να αναφέρει το όνομα του στον λόγο των εγκαινίων, εκείνος θα τον αγνοήσει. Από εκείνη την στιγμή θα αρχίσει μία φοβερή σύγκρουση των δύο ανθρώπων γεμάτη εγωισμό και απληστία, που κορυφώνεται στην τελική σκηνή.

    Η ταινία ξεκινά με μια αναφορά στους διάφορους μύθους της Δημιουργίας, με τον Πλαίηνβιου να βάζει Τάξη στο Χάος της Άγριας Φύσης και του υπεδάφους. Όταν μάλιστα αρχίζει να κτίζει την πετρελαιοπηγή γίνεται ένας είδος δημιουργού. Έτσι, έναν αιώνα μετά την «Γέννηση ενός Έθνους» του Γκρίφιθ, που θεωρούσε ότι η Αμερική ξεπήδησε μέσα από τον Εμφύλιο, ο Άντερσον δημιουργεί έναν άλλο μύθο για την δημιουργία της Αμερικής. Μάλιστα, η μεταφορά του Πλαίηνβιου στην Καλιφόρνια, όπου βλέπει για πρώτη φορά τον ωκεανό από το κτήμα των Σάνταιης και φαντάζεται αγωγούς, είναι μια αναφορά σε ένα από τους μεγαλύτερους εθνικούς μύθους της Αμερικής: το Manifest Destiny. Δηλαδή την πίστη ότι είναι φανερό πεπρωμένο των Αμερικανών (κυρίως των Λευκών Αγγλοσαξόνων) να εξαπλωθούν και να κάνουν δικιά τους την Αμερικάνικη Γη από τον Ατλαντικό μέχρι τον Ειρηνικό, που η Θεία Πρόνοια τους έδωσε για να διαδώσουν και να υπερασπιστούν την ιδέα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας σε όλη την Βόρειο Αμερική. Μια ιδέα στην οποία ο Γούντροου Γουίλσον και ο Ρόναλντ Ρήγκαν έδωσαν μια διεθνή διάσταση. Όμως όπως δήλωσε και ο ίδιος ο Άντερσον, στην συνέντευξη τύπου που έδωσε στην Αθήνα, δεν υπάρχει πολιτική χροιά στην ταινία και μάλιστα αυτό είναι εσκεμμένο. Έτσι θα πρέπει λοιπόν να δούμε το «Θα Χυθεί Αίμα» καθαρά ως έναν ηθικό προβληματισμό πάνω στην ανθρώπινη απληστία.

    Ο Πλαίηνβιου είναι η προσωποποίηση της απληστίας, μιας απληστίας που θα του δώσει την δύναμη να τα βάλει μόνος του με έναν κολοσσό όπως η Standard Oil. Ενώ όταν αγοράζει το κτήμα των Σάνταιη θα ζητήσει την γνώμη του ειδικού νομικού και εκείνος θα του πει ότι μπορεί να αγοραστεί το διπλανό κτήμα. Εκείνος όμως θα του ζητήσει να αγοράσει όλη την περιοχή. Όπως θα εξομολογηθεί σε έναν άνθρωπο που θα παριστάνει τον αδερφό του: «Υπάρχει ανταγωνισμός μέσα μου. Δεν θέλω κανένας άλλος να πετύχει». Όμως τα οφέλη αυτής της απληστίας δεν τα μοιράζεται με τους δικούς του, αλλά όταν ο γιος του κουφαθεί από μια έκρηξη στην πετρελαιοπηγή, θα τον ξεφορτωθεί στέλνοντας τον σε σχολή κωφαλάλων. Όλη αυτή η απληστία δεν έχει τίποτα που να την κατευνάζει, σε αντίθεση με τον «Πολίτη Καίην», όπου η ανάμνηση του περίφημου «Ρόουζμπαντ», του παιδικού έλκηθρου του, μαλάκωνε τον ήρωα. Γι' αυτό και η πιτσιρίκα Μαίρη Σάντευ (προσέξτε τον βιβλικό συμβολισμό του ονόματος της) που με την χάρη της και την καλοσύνη της πιστεύει κανείς ότι θα τον μαλακώσει, μένει στο περιθώριο της ιστορίας.

    Υπάρχει επίσης κάτι συμβολικό στο γεγονός ότι ο Πλαίνβιου εγκαταλείπει την εξόρυξη ενός φωτεινού ορυκτού, όπως το ασήμι για να ασχοληθεί με το σκοτεινό πετρέλαιο. Το τελευταίο ταιριάζει στην σκοτεινή ψυχή του. Όμως το πετρέλαιο συμβολίζει και το αίμα ως πηγή της ζωής. Όταν ο Πλαίηνβιου για πρώτη φορά εξορύσσει πετρέλαιο, ο πατέρας του H.W. θα του αλείψει το πρόσωπο με αυτό, με τον τρόπο που οι Ινδουϊστές αλείφουν με αίμα το πρόσωπο του νεογέννητου.

    Ο δε Έλι είναι ένας ψευδοπροφήτης, που ο επιχειρηματίας τον χλευάζει για αυτό ακριβώς τον λόγο. Θα χρειασθεί όμως να συμμαχήσει μαζί του για να κερδίσει την κοινότητα. Πολλοί θα πουν ότι η ταινία κατηγορεί την Θρησκεία. Όμως εκείνο που δείχνει είναι ότι ο Πλαίηνβιου δεν πρόκειται να μπει ποτέ στον Παράδεισο γιατί φέρεται σκληρά στους άλλους, ενώ ο Έλι δεν μπορεί να υπηρετεί δύο αφέντες. Ο Πλαίηνβιου τον απεχθάνεται γιατί βλέπει σε αυτόν την δική του απληστία. Θα μπορούσε κάλλιστα οι δυο τους να είναι αδέρφια, όπως λέει και ο Έλι. Πράγμα που δίνει στην τελική σκηνή μια διάσταση Κάϊν και Άβελ.

    Στο «Θα χυθεί Αίμα» ο Άντερσον μας δίνει έξοχες εικόνες μεγάλου καμβά, όπου χρησιμοποιεί το περιβάλλον ως μεταφορά για την ψυχοσύνθεση τω ηρώων (με πρότυπο τον Τέρενς Μάλικ του «Άγνωστου Κόσμου»). Ενώ ξέρει να χειρίζεται έξοχα πολύπλοκους χαρακτήρες. Άνετα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα από τα κινηματογραφικά αριστουργήματα της δεκαετίας.

    Ο διευθυντής φωτογραφίας Ρόμπερτ Έλσγουινγκ μετουσιώνει με έναν αριστουργηματικό τρόπο το όραμα του Άντερσον (αξέχαστη μένει η σκηνή της φωτιάς στην πετρελαιοπηγή) και πολύ δίκαια κέρδισε το αντίστοιχο Όσκαρ. Ενώ ο κιθαρίστας των Radiohead Τζώννυ Γκρήνγουντ έγραψε ένα συγκλονιστικό σάουντρακ (βραβευμένο ήδη στο Φεστιβάλ Βερολίνου) με παράφωνα έγχορδα, που μουσικά παραπέμπει σε αβαντ γκαρντ συγκροτήματα όπως οι «Κρόνος Κουαρτέτ». Ενώ δημιουργεί μια ατμόσφαιρα τρόμου, μιας και ο Άντερσον ήθελε να δείξει ότι «δεν υπάρχει μεγαλύτερος τρόμος από την σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης ψυχής».

    Όμως η μεγαλύτερη αξία της ταινίας είναι ο Ντάνιελ Νταίη Λιούϊς που δίνει την ερμηνεία της ζωής του, φέρνοντας στον νου γίγαντες της υποκριτικής όπως ο Μάρλον Μπράντο, ο Όρσον Γουέλς, ο Ρόμπερτ ντε Νίρο και ο Άλ Πατσίνο. Προσωπικά πιστεύουμε ότι οποιαδήποτε άλλη βράβευση στα Όσκαρ θα αποτελούσε αδικία.

    * ο Γιώργος Πισσαλίδης είναι κριτικός κινηματογράφου και αυτήν την περίοδο συγγράφει το βιβλίο «Ο Σύγχρονος Κινηματογράφος της Δεξιάς».


    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 23ης Φεβρουαρίου 2008 της εβδομαδιαίας εφημερίδος Ελεύθερος Κόσμος.

    Κατηγορία: