Ο Καζαντζίδης και η Ποντιακή Γενοκτονία

  • Δημοσιεύτηκε: 27 Μάιος 2012

    Κλείνουν φέτος 93 χρόνια από την αποφράδα 19η Μαΐου 1919 που ο Κεμάλ Ατατούρκ αποβιβαζόταν στην Σαμψούντα, βάζοντας έτσι μπροστά την δεύτερη φάση της σφαγής του Ποντιακού Ελληνισμού. Αποφασίσαμε λοιπόν να κάνουμε ένα αφιέρωμα στην Ποντιακή Γενοκτονία μέσα από την φωνή του Στέλιου Καζαντζίδη, του πιο διάσημου Πόντιου που γέννησε ο 20ος αιώνας.

    Ο Στέλιος Καζαντζίδης γεννήθηκε το 1931 από πρόσφυγες γονείς, τον Πόντιο Χαράλαμπο και την Μικρασιάτισσα Χατζίδαινα. Όπως θα τραγούδαγε και το 1987 στο τραγούδι «Πρόσφυγες κυνηγημένοι» σε μουσική Θεόδωρου Καμπουρίδη και στίχους Λευτέρη Χαψιάδη:

    «Απʼ της Σμύρνης τα ακρογιάλια
    και του Πόντου τις αυλές
    Φτάσαμε ξεριζωμένοι
    μες στις φτωχογειτονιές
    Πρόσφυγες κυνηγημένοι, μια ζωή αδικημένοι
    Στοιβαγμένοι σε παράγκες, να μας τρώνε οι ανάγκες
    Πρόσφυγες κυνηγημένοι, μια ζωή αδικημένοι»
    .

    Ο Καζαντζίδης υπήρξε ο μέγιστος λαϊκός τραγουδιστής που εξέφραζε τους Έλληνες που πριν το χρυσό 1968, αναγκαζόταν να φύγουν στην Γερμανία και την Αυστραλία για αναζήτηση καλύτερης τύχης. Όπως έλεγε και ο Διονύσης Σαββόπουλος όταν τον άκουγε κανείς πίστευε ότι ήταν ο ίδιος ο εργάτης ή ο πρόσφυγας για τον οποίο τραγουδούσε. Τραγούδησε εξίσου λαϊκούς συνθέτες (Καλδάρας, Τσιτσάνης, Μπακάλης), έντεχνους (Χατζιδάκις, Θεοδωράκης, Λεοντής), αλλά και δημοτικό («Μου παρήγγειλε το αηδόνι»). Όμως οι δύο καλύτεροι του δίσκοι υπήρξε η συνεργασία του με τον Άκη Πάνου «Η ζωή μου όλη» και το «Υπάρχω» σε μουσική Χρίστου Νικολόπουλου και στίχους Πυθαγόρα.

    Όμως ποτέ δεν ξέχασε την πατρίδα του τον Πόντο και το χρέος προς αυτήν. Στα 1993 θα συνευρεθεί με τον Χρύσανθο Θεοδωρίδη, την σημαντικότερη φωνή της Ποντιακής μούσας, στον δίσκο «Τα αηδόνια του Πόντου», που κυκλοφόρησε από την MBI. Ο Στέλιος Καζαντζίδης θα δηλώσει για το δίσκο: «Χρόνια τώρα άλλοτε με την φωνή μου κι άλλοτε με την σιωπή μου τραγούδησα τον πόνο, τα μεράκια, τα ντέρτια, τις αγωνίες, τους καημούς, τις χαρές και της πίκρες, των ταπεινών, κατατρεγμένων και καταφρονημένων τούτης εδώ της Πατρίδας μου. Ήρθε όμως η ώρα, να ξεπληρώσω ένα μεγάλο χρέος απέναντι στην ιδιαίτερη Πατρίδα των γονιών μου, τον θρυλικό και καταματωμένο ιστορικό Πόντο. Τον Πόντο τον ανάσπαλτον. Μια πατρίδα που δεν την έζησα, ούτε καν γνώρισα, μα κατέθεσα όμως όλη την λατρεία της ψυχής μου. Μια πατρίδα που χάθηκε σʼ εκείνο το μεγάλο παζάρι ντροπής του αιώνα μας, όπου οι άνθρωποι χρησιμοποιήθηκαν σαν ανταλλάξιμο είδος. Θέλω ο δίσκος να είναι ένα μνημόσυνο στα θύματα εκείνης της θηριωδίας αλλά και ένα μήνυμα στην σημερινή πολυτάραχη εποχή μας. Όχι άλλες χαμένες πατρίδες. Όχι άλλα δάκρυα. Τέλος θέλω με τον τρόπο αυτό να τιμήσω όλους εκείνους τους αθεράπευτα νοσταλγούς της ποντιακής γης, που φύγανε χωρίς μα μπορέσουν να ξαναδούν την μαρτυρική του Πατρίδα, και τα λιγοστά γερόντια μας, που ζουν ακόμα, για να θυμίζουν με την παρουσία τους την μεγαλύτερη τραγωδία, μα και θηριωδία του αιώνα μας. Μακάρι να μπορούσα να κάνω κάτι περισσότερο. Θα ήταν μια λύτρωση».

    Σε αυτόν τον δίσκο τραγουδούσε το παραδοσιακό «Έκαεν και το Τσάμπασιν» για την σφαγή στην Ορντού. Η μετάφραση προέρχεται από το ρεμπέτικο φόρουμ και να προσθέσουμε ότι το Τσάμπασι ήταν θέρετρο του Ορντού και το Καρακιόλ βουνό της Κερασούντας.

    «Εκάεν και το Τσάμπασιν
    κι επέμναν τα τουβάρεα γιάρ γιάρ αμάν
    κι επέμναν τα τουβάρεα ωι ωι αμάν
    και νʼ ερρούξαν σο γουρτάρεμαν
    τʼ Ορντούς τα παλληκάρεα γιάρ γιάρ αμάν

    Τρανόν γιαγκίν σο Τσάμπασιν
    σπίτεα κι θ΄ απομένεν γιάρ γιάρ αμάν
    σπίτεα κι θ΄ απομένεν ωι ωι αμάν
    μικροί-τρανοί φτωχοί-ζεγκίν
    όλʼ κάθουνταν και κλαίνε γιάρ γιάρ αμάν

    Κλαινʼ του Θεού τα πούλοπα
    κλαινʼ τα πεγαδομάτεα γιάρ γιάρ αμάν
    κλαινʼ τα πεγαδομάτεα ωι ωι αμάν
    κλαίει το Τσιαμπλούκ το Καρακιόλʼ
    κλαινʼ τʼ έμορφα τʼ ελάτεα
    γιάρ γιάρ αμάν

    Εκάεν και το Τσάμπασιν
    κι επέμναν τα τουβάρεα γιάρ γιάρ αμάν
    κι επέμναν τα τουβάρεα ωι ωι αμάν
    Βάι εκάεν κι εμανίεν τʼ Ορντούς το παρχάρ
    και νʼ εκές τιδέν κι επέμνεν μοναχόν σαχτάρ
    Αρʼ εκάεν κι εμανίεν τʼ Ορντούς το παρχάρ
    και νʼ εκές τιδέν κι επέμνεν μοναχόν σαχτάρ»
    .

    Και μια μεταγραφή στα νέα ελληνικά:

    «Κάηκε και το Τσάμπασι
    κι έμειναν μόνο οι τοίχοι (των σπιτιών)
    Και ρίχτηκαν να σώσουν (τους κινδυνεύοντες)
    τα παλικάρια του Ορντού

    Μεγάλη φωτιά στο Τσάμπασι
    Δεν θα μείνουν σπίτια
    Φτωχοί και πλούσιοι
    Όλοι κάθονται και κλαίνε

    Κλαίνε τα πουλιά
    Κλαίνε οι πηγές (τα κεφαλόβρυσα)
    Κλαίει το Τσαμλίκ, το Καρακιόλ
    Κλαίνε τα όμορφα έλατα

    Κάηκε και το Τσιάμπασι
    Και έμειναν οι τοίχοι
    Κάηκε και καταστράφηκε
    το παρχάρι του Ορντού
    κι εκεί δεν έμεινε τίποτα
    μονάχα στάχτη»
    .

     

    Επίσης τραγουδούσε τον «Αντάρτη» για δύο Πόντιους αντάρτες που τους κυνηγάνε τα τούρκικα αποσπάσματα:

    «Αντάρτης απάνʼς στα βουνά
    αντάρτην εκουβάλνεν
    τραματημένον σο πλευρόν
    το αίμανα τʼεχάνεν

    Αφʼς μεν και γλώτωσον την ψʼσου
    είμαι αποθαμένος
    επαρακάλνεν κι έλεγεν
    τον φίλο του ο ντογμένος

    Έρχουνται τα αποσπασματα
    τοις δυς πα θα πιάνε
    εμέν εσύ ξάι μη νουνείς
    εσέν πα θα κρεμάνε

    Ένταμαν έμνες σο ραχίν
    αν χάνω σε θα χάμαι
    σʼτη ζωήν και σʼ σον θάνατον
    φίλε μαζί θα πάμε»
    .

     

    Ενώ ο δίσκος κλείνει με το «Ποντιακό Προσκλητήριο» σε μουσική και στίχους Μάκη Ερημίτη. Τι προτείνει ο Καζαντζίδης; Αυτό που δεν τόλμησαν οι ραγιάδες πολιτικοί:

    «Έπαρ υιέμ τη σπάθιν σου Ποντιακόν κοντάρι
    Δέβʼ ατουνούʼς και σκόρπισον
    Ως άνεμος τα φύλλα
    Έπαρ υιέμʼ τη σπάθιν σου»
    .

     

    Καλούσε δηλαδή τους Πόντιους να πάρουν το σπαθί αποδεικνύοντας ότι αυτό είναι η μόνη δικαιοσύνη. Βλέπουμε λοιπόν ότι ο Καζαντζίδης υπήρξε όχι μόνο κορυφαίος τραγουδιστής, αλλά και κορυφαίος πατριώτης. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει.