Τα τελευταία χρόνια το Χόλυγουντ επιτίθεται στις παραδοσιακές αξίες, ενώ παρουσιάζει με αρνητικό τρόπο τους λευκούς της Αμερικής. Από την άλλη, η θεματολογία του ευρωπαϊκού κινηματογράφου θυμίζει το «The Camp of the Saints» του Ρασπάιγ, με τα ευρωπαϊκά κράτη να διαγωνίζονται ποιο θα φιλοξενήσει τους περισσότερους λαθρομετανάστες. Μπροστά σε αυτήν την πνευματική παρακμή και την πολυπολιτισμική προπαγάνδα, ένας εθνικός κινηματογράφος που αξίζει να ανακαλυφθεί για τις αξίες του είναι ο Ιρανικός.
Ήταν το 1997, που ο Αμπάς Κιαροστάμι έβαλε το Ιρανικό σινεμά στον παγκόσμιο κινηματογραφικό χάρτη με την ποιητική «Γεύση από Κεράσι» κερδίζοντας τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες, αλλά και την προτίμηση των χριστιανικών κύκλων της Αμερικής. Ήταν όμως τα τρυφερά και γεμάτα αθωότητα «Παιδιά του Παραδείσου» του Ματζίντ Ματζιντί που λατρεύτηκαν από το μεγάλο κοινό, φτάνοντας μέχρι τα Όσκαρ.
Υπέρ της εθνικής και κοινωνικής συνοχής
Φυσικά και δεν λείπουν οι ριζοσπάστες από το Ιρανικό σινεμά, αλλά οι αξίες των περισσότερων ταινιών είναι ο σεβασμός ανάμεσα στις διάφορες κοινωνικές ομάδες και ειδικά τους μεγαλύτερους σε ηλικία, μία εξύμνηση της οικογένειας, της Πίστης, της Παράδοσης, μία εθνική ομογένεια, μία απλότητα και ένας τίμιος αγώνας για την ζωή. Αξίες που το ελληνικό σινεμά έχει ξεχάσει εδώ και δεκαετίες. Και όλα αυτά δοσμένα με ένα τρόπο απλό, δωρικό και συναισθηματικό. Καλύτερο παράδειγμα οι ταινίες του θρησκευτικά και πολιτικά συντηρητικού Μαντζίντ Μαντζιντί, όπως «Τα Παιδιά του Παραδείσου» και «Και τα Σπουργίτια τραγουδούν».
«Τα Παιδιά του Παραδείσου» (Bacheha-Ye aseman) εξελίσσονται σε ένα παραδοσιακό χωριό με τον πατέρα (Ρεζά Νατζί) να δουλεύει στο εργοστάσιο, αλλά και για το τέμενος. Από την άλλη, η μητέρα δουλεύει στο σπίτι και βοηθά τα παιδιά στο σχολείο. Υπάρχει επίσης ένα αίσθημα εμπιστοσύνης ανάμεσα στους κατοίκους του χωριού, παρόλο που υπάρχουν και οι συνηθισμένοι καυγάδες, που όμως δεν κρατούν για πολύ.
Κάποια μέρα ο δεκάχρονος Αλί (Μοχάμεντ Αμίρ Ναντζί) παίρνει τα παπούτσια της αδελφής του, Ζόρα (Αμίρ Φαρόκ Χασεμιάν) από τον τσαγκάρη. Στον δρόμο για το σπίτι θα περάσει από τον μανάβη και θα αγοράσει φρούτα και θα παραχώσει προσωρινά τα παπούτσια. Όμως ο σκουπιδιάρης θα τα πάρει κατά λάθος και από εκείνη την στιγμή ξεκινά η οδύσσεια του μικρού Αλί. Γυρνώντας σπίτι θα νοιώσει συντετριμμένος από την απώλεια του μοναδικού ζευγαριού παπουτσιών της αδελφής του και θα της προτείνει να πηγαίνουν σχολείο μοιραζόμενοι το δικό του ζευγάρι παπουτσιών.
Το ήθος δύο παιδιών κόντρα στο Χόλυγουντ
Αυτό βέβαια σημαίνει κάτι παραπάνω από απλή συντροφικότητα και αδελφική αγάπη ανάμεσα στα δύο παιδιά. Από την μία δεν θέλουν να επιβαρύνουν τους γονείς τους και τους κρύβουν το γεγονός. Δεύτερον είναι η απλή αποδοχή του διαχωρισμού του σχολείου ανάμεσα σε κορίτσια (το πρωί) και αγόρια (το απόγευμα), που καθορίζεται από την θρησκεία τους. Αυτό δίνει την ευκαιρία στον Μαντζιντί να βάλει την μικρή Ζόρα να τρέχει ανάμεσα στις αλάνες για να προλάβει να είναι στην ώρα της στο σπίτι.
Από την άλλη, τα παιδιά θα μπορούσαν να φορέσουν σανδάλια, αλλά ξέρουν ότι κάτι τέτοιο δεν επιτρέπεται σε ένα κόσμιο περιβάλλον. Εμείς πάντως θαυμάζουμε τις μαθήτριες στο προαύλιο να απαγγέλουν: «Είμαι το άνθος του Έθνους». Μπορείτε να φανταστείτε μια παρόμοια σκηνή σε ελληνικό σχολείο;
Επίσης εντύπωση κάνει το γεγονός ότι τα παιδιά κυκλοφορούν στις φτωχογειτονιές χωρίς να φοβούνται για το έγκλημα. Αυτή η ασφάλεια οφείλεται στην ύπαρξη αυστηρών νόμων, αλλά κυρίως σε μια κοινωνία όπου όλοι νοιάζονται για όλους. Δημιουργείται έτσι μία συμπαγής εθνικά κοινότητα, που αντιπαρατίθεται στην ατομοκρατία της φιλελεύθερης Δύσης. Τέλος, παρόλο που υπάρχει η αντίθεση ανάμεσα στην φτώχεια της οικογένειας και των πλούσιων οικογενειών όπου πατέρας και γιος ψάχνουν έξτρα δουλειά ως κηπουροί, δεν υπάρχει πουθενά αριστερό κήρυγμα. Αντίθετα εξυμνείται η αλληλεγγύη ανάμεσα στις τάξεις και η κοινωνική άνοδος, χωρίς το άτομο να αποκόπτεται από τις παραδοσιακές αξίες.
Κάποια στιγμή η Ζόρα βλέπει μια μαθήτρια να φορά τα παπούτσια της. Το λέει στον αδελφό της και την ακολουθούν στο σπίτι της. Όταν όμως μπουν μέσα στο σπίτι και δουν τον τυφλό πατέρα και ότι είναι η οικογένεια της κοπέλας είναι πιο φτωχοί από την δικιά τους δεν θα ζητήσουν τα παπούτσια. Μια σκηνή που δείχνει το ήθος των δυο παιδιών. Θα είναι η λύση στο πρόβλημα τους ένας μαθητικός μαραθώνιος; Δεν θα σας το αποκαλύψουμε.
Τα «Παιδιά του Παραδείσου» είναι ένα τρυφερό αριστούργημα που παραπέμπει στον «Κλέφτη Ποδηλάτων» του Ντε Σίκα και που ήταν υποψήφιο για Όσκαρ καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας το 1999. Μάλιστα στις Η.Π.Α εκθειάστηκε από τον Ουίλλιαμ Πηρς, το «Occidental Quarterly», αλλά και Χριστιανούς κριτικούς κινηματογράφου. Αναζητήστε τα και δείτε τα με όλη την οικογένεια. Σίγουρα θα συγκινήσει τα μικρά παιδιά και θα τα δώσει ένα ωφέλιμο μάθημα ζωής.
Αιχμάλωτος στο δίκτυ του υλισμού
Όσο για το «Και τα σπουργίτια τραγουδούν» (Avaze gonjeshk-ha), χάρισαν την Χρυσή Άρκτο στον πρωταγωνιστή τους στην Μπερλινάλε του 2008. Σε αυτό ο Καρίμ (Ρέζα Νατζί) είναι ένας υπάλληλος σε εκτροφείο στρουθοκαμήλων, από όπου μία από αυτές δραπετεύει. Θα βάλει ακόμα και φτερά στρουθοκαμήλου για να την βρει, αλλά μάταια. Αποτέλεσμα να χάσει την δουλειά του. Όμως οι οικογενειακές απαιτήσεις πέφτουν στους ώμους του κακομοίρη οικογενειάρχη. Η μερικώς κωφή κόρη του έχει χάσει το ακουστικό της και δεν μπορεί να περιμένει.
Ο Καμίρ κατεβαίνει στην Τεχεράνη, όπου οι πλούσιοι τον περνάνε για μοτοσυκλετιστή-ταξιτζή. Έτσι αρχίζει να παίρνει αγώγια. Όμως η πρωτεύουσα έχει πολλούς πειρασμούς. Θα αρχίσει να δουλεύει ως μεταφορέας, αλλά θα κρατήσει για τον εαυτό του ένα ψυγείο που η γυναίκα του δεν θέλει. Ανακαλύπτει και μια οικοδομή από όπου παίρνει τζάμπα ότι δεν χρειάζονται. Έτσι αρχίζει να μαζεύει άχρηστα αντικείμενα στην αυλή του. Όχι μόνο αυτό, αλλά τσακώνεται για αυτά με την οικογένεια και τους γείτονες του. Παράλληλα, ο μικρός του γιος και οι φίλοι του θέλουν να γίνουν εκατομμυριούχοι εκτρέφοντας χρυσόψαρα. Γενικά ο Καρίμ είναι ένας άνθρωπος που έχει χάσει την ψυχή του και περνά «Μια εποχή στην Κόλαση» του υλισμού και του εγωισμού, που εκπροσωπεί η πρωτεύουσα σε σχέση με το παραδοσιακό χωριό.
Ξαναβρίσκοντας τις χαμένες αξίες
Όμως ο ίδιος ο Ματζίντ Ματζιντί δήλωνε στο Φεστιβάλ του Βερολίνου: «Δεν θέλω να πω ότι είμαι εναντίον της μοντερνικότητας καθʼ αυτής. Η μοντερνικότητα θα έπρεπε να είναι στην υπηρεσία της ανθρωπότητας. Παρόλα αυτά οι άνθρωποι ανακαλύπτουν τους εαυτούς τους να κυριεύονται από αυτήν. Το αποτέλεσμα είναι ότι με κάθε μέρα που περνάει, απομακρυνόμαστε από τις ανθρώπινες αξίες μας. Όλες οι αξίες μας -συμπεριλαμβανομένων της φιλίας, της ηθικής και της ομορφιάς- γίνονται μέρα με την ημέρα λιγότερες σημαντικές. Σε αντιπαράθεση με αυτήν την διαδικασία, ο σκοπός μου είναι να πω ότι πρέπει να επιστρέψουμε στην ανθρώπινη ουσία μας, αλλιώς στο μέλλον θα αντιμετωπίσουμε μια μεγάλη καταστροφή».
Σε αυτήν την ηθική παραβολή, ο Καρίμ θα ξαναβρεί την ψυχή του, όταν τραυματισθεί και αναγκασθεί να μείνει σπίτι και να αφήσει την οικογένεια να τον περιποιηθεί. Τότε θα ανακαλύψει τις χαμένες αξίες της φιλίας, της οικογένειας και πάνω από όλα της χαμένης Πίστης του. Έτσι τσακισμένος, αλλά πιο σοφός κάνει το άνοιγμα προς την κοινότητα που συμβολίζουν τα σπουργίτια του τίτλου, απελευθερώνοντας τα στην τελευταία σκηνή του έργου.
Έτσι βλέπουμε ότι αν και οι ιρανικές ταινίες προέρχονται από διαφορετικό πολιτιστικό υπόβαθρο, έχουν πολλά να πουν σε εμάς τους πατριώτες και χριστιανούς.
Το «Και τα σπουργίτια τραγουδούν» κυκλοφορεί σε dvd από την Sony.
Συντομευμένη έκδοση του άρθρου δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 22ας Ιανουαρίου 2011 της εφημερίδας Ελεύθερος Κόσμος.

31-12-2025
Όταν το σύστημα φοβάται τον καθρέφτη του
05-02-2025
Η εθελοδουλεία ως βίωμα
08-05-2024
Καλή αποτυχία Μαρίνα!
14-02-2024
Πολιτισμική οκνηρία
23-04-2023
Επιλογές Ιουνίου για το Φεστιβάλ Αθηνών
26-07-2020
Η παραχάραξη του 1821 αποσκοπεί να στηρίξει ιδεολογικά μια «διευθέτηση» των ελληνοτουρκικών σχέσεων - Συνέντευξη του Μελέτη Μελετόπουλου 