Μία Οικονομία στα μέτρα του Ανθρώπου

  • Δημοσιεύτηκε: 30 Νοέμβριος 2008

    Πολλά έχουν ήδη γραφτεί για τα αίτια της διεθνούς οικονομικής κρίσης και πολλά περισσότερα θα γραφτούν στο μέλλον. Από την κρίση αυτή θα γεννηθούν πολιτικές που σε μεγάλο βαθμό θα μεταμορφώσουν την λειτουργία της παγκόσμιας αγοράς και θα επηρεάσουν με καθοριστικό τρόπο και τις εσωτερικές αγορές.

    Σε ένα πρώτο επίπεδο τα αίτια έχουν εξηγηθεί: διάφορα ενυπόθηκα δάνεια στις ΗΠΑ χορηγήθηκαν με αρκετά χαλαρά κριτήρια, όχι μόνο διότι υφίσταντο εμπράγματες ασφάλειες, δηλ. τα ίδια τα ακίνητα, αλλά και διότι οι εταιρείες ασφαλίσεως κινδύνων, ακριβώς λόγω της υπάρξεως των εμπράγματων ασφαλειών, ασφάλιζαν τους πιστωτικούς κινδύνους άνετα. Εν συνεχεία, διάφορες χρηματιστηριακές εταιρείες δέχθηκαν να αγοράσουν τα δάνεια αυτά, για την ακρίβεια, τον πιστωτικό κίνδυνο, τόσο γιατί αυτά φαίνονταν ασφαλή όσο και γιατί καλύπτονταν από τις ασφαλιστικές εταιρείες και άρχισαν να τα διοχετεύουν στις χρηματιστηριακές αγορές ως «δομημένα ομόλογα». Οι εταιρείες αξιολογήσεων των προϊόντων αυτών, και αυτές με τη σειρά τους, εύκολα και χαλαρά, αξιολόγησαν τους πιστωτικούς κινδύνους δίνοντας πολλά «Α» στα χρηματοπιστωτικά αυτά προϊόντα, αφενός διότι έβγαζαν αρκετά χρήματα από τις αξιολογήσεις αυτές και αφετέρου διότι πλέον αυτού του τύπου οι δουλειές δημιούργησαν σημαντική ρευστότητα.

    Πρακτικά όλο αυτό σήμαινε ότι οι τράπεζες έβγαζαν δάνεια από πάνω τους και αποκτούσαν ρευστότητα για να συνεχίζουν να δανείζουν, οι ασφαλιστικές έβγαζαν λεφτά από τις ασφάλειες των δανείων, οι χρηματιστηριακές πούλαγαν ομόλογα με καλές και εξασφαλισμένες αποδόσεις, οι αξιολογητές πιστωτικών κινδύνων είχαν πολλή δουλειά άρα και καλές αμοιβές και οι επενδυτές είχαν υψηλές αποδόσεις.

    Έμοιαζε με μία ιστορία που υπάρχουν μόνο κερδισμένοι. Ερώτημα: είναι όμως δυνατόν να κερδίζουν όλοι; Από πού δημιουργούνταν όλα αυτά τα κέρδη; Απάντηση: Θεωρητικά από αυτόν που πρέπει να πληρώσει τα δάνεια διότι μέσα στο κόστος του δανείου, θα πρέπει να ενσωματωθούν όλες αυτές οι αποδόσεις.

    Τι συνέβη λοιπόν; Απλώς κάποια στιγμή δεν πληρώθηκαν τα δάνεια. Γιατί; Γιατί όλοι όσοι έπρεπε να αξιολογήσουν τους κινδύνους τους αξιολόγησαν χαλαρά, έκαναν κακά την δουλειά τους, στόχευσαν σε εύκολα και γρήγορα κέρδη. Οι ασφαλιστικές κλήθηκαν να καλύψουν τον κίνδυνο και δεν μπόρεσαν, οι τράπεζες να εγγυηθούν την πληρωμή των ομολόγων και δεν μπόρεσαν, οι αγοραστές των ομολόγων ζητούσαν τα χρήματά τους και δεν τα έβρισκαν.

    Τι μας νοιάζει όμως εμάς στην Ευρώπη και στην Ελλάδα η κρίση αυτή στις ΗΠΑ; Μας νοιάζει διότι προφανώς σημαντικό τμήμα των ομολόγων αυτών έχει αγοραστεί από τις Ευρωπαϊκές Τράπεζες. Εξαιτίας λοιπόν του κινδύνου τα ομόλογα να μην πληρωθούν, δημιουργήθηκε πρόβλημα στην ρευστότητά τους, ανεπτύχθη δυσπιστία στην διατραπεζική αγορά με αποτέλεσμα να σταματήσει η λειτουργία της και να οξύνει το πρόβλημα της ρευστότητας των τραπεζών.

    Το συμπέρασμα που προκύπτει για όλη αυτήν την φούσκα είναι ότι τελικά οι περίφημοι «ελεγκτικοί μηχανισμοί», δηλ. οι κεντρικές τράπεζες, οι εποπτείες των χρηματιστηρίων, τα Υπουργεία Οικονομικών, οι διεθνείς οργανισμοί, αλλά εντέλει και αυτά τα ίδια τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα υπήρξαν ανίκανα και απρόθυμα να εποπτεύσουν αποτελεσματικά την λειτουργία των αγορών.

    Μία πρώτη γενική παρατήρηση: Οι κριτικές που ασκούνται όλα αυτά τα χρόνια από τους εθνικιστές εναντίον της παγκοσμιοποιήσεως υπήρξαν ορθές. Κατέστη πλέον προφανές ότι τα εθνικά κράτη μπορούν να διαχειριστούν τις εθνικές οικονομίες με μεγαλύτερη σύνεση, διαφάνεια, έλεγχο και σωφροσύνη. Επομένως, θα πρέπει να γίνει εκ νέου μία στροφή στην αύξηση του ρόλου και στην αναγνώριση της σημασίας των εθνικών κρατών. Τούτο δεν είναι δυνατόν να σημάνει την επιστροφή στην γενικευμένη επιβολή δασμών και ποσοστώσεων, αλλά μάλλον στην ενεργή και καθημερινή συμμετοχή των εθνικών κυβερνήσεων στην διαμόρφωση των πολιτικών των διεθνών μηχανισμών για τον αποτελεσματικό έλεγχο και εποπτεία των διεθνών αγορών.

    Μία δεύτερη γενική παρατήρηση: Το ζήτημα της ηθικής στάσεως απέναντι στον καταναλωτικό και ηδονιστικό τρόπο ζωής, δεν είναι φιλοσοφική extravaganza, ούτε πολυτέλεια. Βρίσκεται στο επίκεντρο του τρόπου ζωής μας και άρα και των οικονομικών επιλογών μας. Ακούω συχνά το παράπονο των δανειοληπτών γιατί πνίγηκαν από τις δόσεις των καρτών, των καταναλωτικών δανείων, των στεγαστικών δανείων, των διακοποδανείων, των εορτοδανείων. Κατανοώ και σέβομαι την αγωνία τους και έχω υπερψηφίσει και προωθήσει προστατευτικές ρυθμίσεις. Οφείλω όμως να κάνω μία ερώτηση; Γιατί δανείστηκαν; Αν κάποιος δεν λαμβάνει δάνειο για αναπτυξιακούς και επιχειρηματικούς λόγους, τότε το δάνειο έχει νόημα μόνο για να καλύψει μία έκτακτη ανάγκη: το άνοιγμα ενός καινούργιου σπιτιού, μίας νέας οικογένειας, μία ασθένεια, κάτι ασύνηθες και, ως εκ τούτου, μη επαναλαμβανόμενο. Οι κάρτες χρησιμοποιούνται για κάτι τέτοιο; Τα καταναλωτικά δάνεια για κάτι τέτοιο; Ακόμη και τα στεγαστικά χρησιμοποιούνται έτσι;

    Γιατί θα πρέπει να θεωρείται ως θεμιτή συμπεριφορά, που προστατεύεται και ενθαρρύνεται η υπερκατανάλωση; Είναι δυνατόν όλοι να έχουν σπουδαία αυτοκίνητα, να κάνουν διακοπές στα καλλίτερα ξενοδοχεία, να αγοράζουν τα πλέον επώνυμα ρούχα; Δηλ. οι πολίτες δεν μπορούν να ζήσουν καλές ζωές χωρίς να μετέχουν στον παραλογισμό της υπερκατανάλωσης; Δεν μπορούν να αγαπούν τα παιδιά τους, να έχουν μία καλή σχέση με τους γείτονές τους, να συμμετέχουν στην πολιτική ζωή του δήμου τους και του τόπου τους, να έχουν αρμονικές σχέσεις με τους συντρόφους τους, να παρακολουθούν και να μετέχουν στην πολιτιστική ζωή αν δεν συνοδεύονται όλα αυτά με πανάκριβα ρούχα και αυτοκίνητα;

    Η κριτική μας στον καπιταλισμό δεν είναι αυτή της Αριστεράς, η οποία θέτει το ζήτημα της αναδιανομής ή της κυριότητας των μέσων παραγωγής. Η κριτική μας στον καπιταλισμό είναι ότι στην προσπάθειά του να επιτύχει όλο και μεγαλύτερους ρυθμούς κερδοφορίας και οικονομικής αναπτύξεως, υποβαθμίζει τον άνθρωπο σε οικονομική μονάδα, σε ένα ον που παράγει προϊόντα και καταναλώνει. Συρρικνώνει την ευτυχία, μία έννοια πρωτίστως ψυχική και πνευματική, στην επίτευξη μεγαλύτερου εισοδήματος και άρα μεγαλύτερης καταναλωτικής δυνατότητας. Φυσικά μία όψη της ζωής είναι και υλική. Φυσικά πρέπει στην εποχή μας οι άνθρωποι να τρώνε, να έχουν στέγη, να ντύνονται, να μορφώνονται, να μπορούν να νοσηλευθούν. Προφανώς όλα αυτά είναι χρήματα.

    Αλλά αλοίμονο αν για να νιώσουμε ικανοί, πλήρεις, ευτυχείς να πρέπει να έχουμε από μία βίλλα στο Καπανδρίτι, ένα εξοχικό στην Πάρο, ένα σκάφος, ένα πολυτελές αυτοκίνητο και τα παρελκόμενα. Οι άνθρωποι είναι πρωτίστως πνεύμα, σκέψη, συναίσθημα, πολιτισμός, αξίες. Με αυτήν την έννοια, ο υπερκαταναλωτισμός είναι μία συρρίκνωση του ανθρώπου. Επομένως το μείζον μέσα από την κρίση αυτή είναι να αναδειχθεί ξανά η αξία του πολιτισμού, της ταυτότητας, της κοινότητας, της πνευματικότητας, να ξαναβρούμε το αντιυλιστικό και αντικαταναλωτικό πνεύμα των μεγάλων διανοούμενων και μαχητών μας, να επαναφέρουμε τις παραδοσιακές αξίες, όχι ως αναβίωση, όχι ως ρομαντικό καταφύγιο, αλλά ως ένα σύγχρονο, ποιοτικό τρόπο ζωής. Και να επαναφέρουμε την οικονομία στα μέτρα του ανθρώπου και όχι να προσαρμόζουμε τον άνθρωπο στα μέτρα της οικονομίας.


    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο τεύχος 14 (Νοέμβριος 2008) του διμηνιαίου περιοδικού Patria.
    Κατηγορία: