Μια σπάνια ευκαιρία έχει το ελληνικό κοινό να παρακολουθήσει παράσταση του ιαπωνικού τελετουργικού θεάτρου Νο στις 16 Ιουνίου στο Ηρώδειο. Ένα θεατρικό είδος που υπήρξε το ιαπωνικό αντίστοιχο της αρχαίας τραγωδίας και η αγαπημένη τέχνη της αριστοκρατίας, των Σαμουράι και του Μισίμα.
Αρχικά το θέατρο Νο υπήρξε ένας συνδυασμός δυο λαϊκών μορφών διασκέδασης: των Κινέζικων ακροβατικών Σαργκούκου και του ιαπωνικού παραδοσιακού χορού Ντενγκάκου, που συνόδευε το μάζεμα του ρυζιού και ήταν συνδεδεμένος με την θρησκεία του Σιντοϊσμού. Ήταν ο Ζαέμι Μοτοκίγιο (1363- 1443), που το μετέτρεψε σε μια απολλώνια, ευγενή μορφή θεάτρου με δραματικές ιστορίες και που ερμηνεύεται με αργές και υποβλητικές κινήσεις. Αυτό το κατέφερε μέσω της φιλίας με τον σογκούν, Ασικάγκα Γιοσιμούτσου (1358- 1408), που υπήρξε και πατρόνας του. Για αυτό και ο Ζεάμι ονομάσθηκε «πατέρας του θεάτρου Νο»
Το θέατρο Νο, όπως το άφησε παρακαταθήκη, ο Ζεάμι ,υπήρξε μια μορφή θεάτρου της εποχής Μουρομάτσι (1136- 1443) γραμμένο στην γλώσσα της αριστοκρατίας του 14ου αιώνα, όπου μέσα από τις ιστορίες νοσταλγούσε την Χρυσή Εποχή της περιόδου Χεϊάν (794- 1185). Έργα του Ζεάμι, όπως το «Τακασάγκο» και το «Ιζούτσου» ακόμα παίζονται, ενώ οι απόψεις του για το θέατρο και το Ζεν, αποτελούν την βάση για το Θέατρο Νο. Κατά μία άποψη το Νο, εκπροσωπεί τον αυστηρό τρόπο ζωής του Βουδισμού, που υιοθετήθηκε από την αριστοκρατία και τους Σαμουράι, ενώ το λαϊκό θέατρο Καμπούκι εκπροσωπεί την πιο γήινη και ανιμιστική φιλοσοφία του Σιντοϊσμού.
Ο Ζαέμι έγραψε επίσης και μια μελέτη για το πώς πρέπει να παίζεται το Θέατρο Νο που παραμένει το βασικό εγχειρίδιο για τους νεαρούς ηθοποιούς. Ένας από τους βασικούς κανόνες του Νο είναι αυτός του τζο-για-κου, που ορίζει ότι σε ένα έργο πέντε πράξεων, η πρώτη πράξη πρέπει να ξεκινά αργά, οι τρεις επόμενες σκηνές πρέπει να κτίζουν την ένταση και η τελευταία πρέπει να εκρήγνυται με μια αποκορύφωση πριν τελειώσει γρήγορα.
Το θέατρο Νο συγκρίνεται συχνά με την αρχαία τραγωδία, όχι για το στυλ ερμηνείας, που είναι καθαρά ιαπωνικό, αλλά για την σοβαρότητα του σκοπού του και την οξυδερκή ματιά στα οικουμενικά ηθικά διλήμματα. Τα κείμενα του θεάτρου Νο είναι ποιητικά και λογοτεχνικά αριστουργήματα γραμμένα στα αρχαία ιαπωνικά, μια γλώσσα που σπάνια γίνεται κατανοητή από τον σημερινό Ιάπωνα.
Βασικό χαρακτηριστικό του Νο είναι ότι όλοι οι ρόλοι, ανδρικοί και γυναικείοι, παίζονται από άνδρες και ότι όλοι οι ηθοποιοί, ανεξαρτήτως ρόλου, κρατούν στο χέρι παραδοσιακή βεντάλια. Τα ρούχα έχουν ένα θρησκευτικό συμβολισμό και οι περισσότερες μάσκες έχουν μια ουδέτερη έκφραση ώστε ο ηθοποιός μέσω της γλώσσας του σώματος και των χειρονομιών, να μεταδίδει διαφορετικά αισθήματα. Μόνο ο shenti, ο πρωταγωνιστής, φοράει πάντα μάσκα. Συνήθως το κείμενο είναι ένας στυλιζαρισμένος διάλογος ανάμεσα στον shenti και τον tsune, τον δευτεραγωνιστή και αναφέρεται συνήθως στα κατορθώματα ενός ήρωα.
Υπάρχουν πέντε είδη θεατρικών έργων Νο και τα παραδοσιακά προγράμματα συμπεριλαμβάνουν και τα πέντε κρατώντας γύρω στις 12 ώρες. Επί σκηνής έχουμε την παρουσία Θεών, πολεμιστών, όμορφων γυναικών και νεκρών που επιστρέφουν με την μορφή φαντάσματος και τελικά δαιμόνων. Το πιο διάσημο από όλα τα έργα του Νο είναι η «Λαίδη Αόι», εμπνευσμένη από το ιαπωνικό έπος «Η Ιστορία του Γκέντζι».
Ο καθένας από τους θιάσους του Θεάτρου Νο ήταν συνδεδεμένος με συγκεκριμένο ναό η βωμό και οι παραστάσεις ήταν σαν είδος κηρύγματος, όσο και διασκέδασης. Στην διάρκεια του εμφυλίου πολέμου από το 1467 μέχρι το 1568, το σογκουνάτο είχε λίγο καιρό για να ασχοληθεί με καλλιτεχνικές υποθέσεις. Όμως ήταν τότε που το θέατρο Νο, μαζί με την ιεροτελεστία του τσαγιού και τον Βουδισμό, εξαπλώθηκε σ όλες τις κοινωνικές τάξεις. Όταν όμως ή ειρήνη επέστρεψε, οι Σογκούν ξανάγιναν οι μαικήνες του. Μάλιστα ο Χιντεγιόσι και ο Ιεγιάσου, οι δύο σογκούν που ολοκλήρωσαν την ενοποίηση της Ιαπωνίας, γιόρτασαν την άνοδο τους στην εξουσία με παραστάσεις θεάτρου Νο.
Μέχρι το τέλος της περιόδου Έντο (1600- 1868), σε μια προσπάθεια να διατηρήσουν το θέατρο Νο ως αποκλειστικό προνόμιο της αριστοκρατίας, οι σογκούν είχαν απαγορεύσει στους απλούς ανθρώπους να μαθαίνουν την μουσική και τον χορό του Νο. Όπως και η τάξη των Σαμουράι, έτσι και το Θέατρο Νο πέρασε μια φοβερή κρίση κατά την εκσυγχρονιστική περίοδο Μέιτζι (1867-1912), αλλά τελικά μέσω ιδιωτικής χρηματοδότησης επέζησε και συνεχίζει να ανθίζει.
Ένας από τους πρώτους δυτικούς που είδαν παράσταση θεάτρου Νο ήταν ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Οδυσσέας Γκραντ το 1865, όταν είχε επισκεφθεί το Τόκιο. Ήταν η περίοδος που το Νο απειλείτο με εξαφάνιση και πολλοί ηθοποιοί του είδους ήταν άνεργοι. Μάλιστα οι Ιάπωνες φοβόταν ότι δεν θα καταλάβει ή θα το θεωρήσει κατώτερο. Εκείνος όμως θέλησε να το δει και μετά την παράσταση συμβούλεψε τους Ιάπωνες ότι πρέπει να διατηρήσουν με κάθε κόστος αυτήν την ιαπωνική δραματική τέχνη. Ήταν η συμβουλή του Γκραντ που βοήθησε στην αναγέννηση του είδους, που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Ένας από τους λόγους αυτής της άνθησης είναι ότι υπάρχει ένα μεγαλείο και μια ομορφιά που δεν τα βρίσκεις αλλού. Υπάρχει επίσης μια αφαιρετικότητα στο Νο που προηγείτο κατά πολλούς αιώνες από την Δύση και που απαγορεύεται να μιμείται τις εξωτερικές μορφές των ανθρώπων και των αντικειμένων, επικεντρώνοντας στην ουσία η στην ψυχή, που ο ηθοποιός θα προσπαθήσει να αναδημιουργήσει.
Αυτός είναι και ο λόγος που το Νο επηρέασε τόσο τους θεωρητικούς και σκηνοθέτες της αβάντ γκαρντ, όπως ο Μπρουκ και ο Γκροτόφσκι, όσο και στοχαστές της Δεξιάς, όπως ο Γέητς και ο Πάουντ. Ο βασικός όμως ανανεωτής του Θεάτρου Νο υπήρξε ο Μισίμα. Ως τέχνη απευθυνόμενη στους Σαμουράι δεν θα μπορούσε να λείπει από τα ενδιαφέροντα του Μισίμα. Μάλιστα εκσυγχρόνισε πολλά θεατρικά έργα Νο, με τον ίδιο τρόπο που ο Ευγένιος Ο' Νηλ χρησιμοποίησε τον μύθο των Ατρειδών στο «Ο θρήνος ταιριάζει στην Ηλέκτρα».
Στην παράσταση της 16ης Ιουλίου θα παιχτούν το «Σαμπασό» που ανήκει στην φάρσα Κυόγκεν, κωμικό αδελφάκι του Νο και η «Σούτρα της Μεγάλης Σοφίας», ένα κατ' εξοχή έργο Νο. Σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής στην δεύτερο έργο, ο Ουμεγουάκα Ροκούρο Γκένσο, ένας από τους σημαντικότερους ερμηνευτές και δασκάλους του Θέατρο Νο σήμερα. Μάλιστα ο προ-προπάππος του Ουμεγουάκα Μινόρου ήταν εκείνος που είχε παίξει μπροστά στον Πρόεδρο Γκραντ. Ενώ πριν από 45 χρόνια είχε εμφανισθεί στο Ηρώδειο ο πατέρας του, 55ος συνεχιστής της οικογενειακής παράδοσης ερμηνεύοντας θέατρο Νο, κάτι που τον συνδέει συναισθηματικά με τον χώρο.
* O Γιώργος Πισσαλίδης έχει υπάρξει συνεργάτης των κυριότερων ελληνικών μουσικών περιοδικών (Ποπ & Ροκ, Jazz & Τζαζ, Οζ, Δίφωνο), αλλά και «έθνικ» περιοδικών του εξωτερικού (Folk Roots, Global Rhythm) Έχει γράψει το κεφάλαιο για την ελληνική μουσική στον διεθνούς κύρους «έθνικ» οδηγό «The Rough Guide on World Music: Europe, Asia & Pacific», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τον εκδοτικό οίκο Penguin.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 5ης Ιουνίου 2010 της εφημερίδας Ελεύθερος Κόσμος.

31-12-2025
Όταν το σύστημα φοβάται τον καθρέφτη του
05-02-2025
Η εθελοδουλεία ως βίωμα
08-05-2024
Καλή αποτυχία Μαρίνα!
14-02-2024
Πολιτισμική οκνηρία
23-04-2023
Επιλογές Ιουνίου για το Φεστιβάλ Αθηνών
26-07-2020
Η παραχάραξη του 1821 αποσκοπεί να στηρίξει ιδεολογικά μια «διευθέτηση» των ελληνοτουρκικών σχέσεων - Συνέντευξη του Μελέτη Μελετόπουλου 