Τέσσερεις συναυλίες αφιερωμένες στην «τραγουδίστρια της Νίκης» Σοφία Βέμπο ετοιμάζει η Σοφία Κοσκινά στο θέατρο «Μπάντμιντον» από τις 27 έως τις 30 Οκτωβρίου. Πρόκειται για μια ολοκληρωμένη παράσταση σε σεναριακή δομή και σκηνοθετική και σκηνογραφική επιμέλεια του συνθέτη Μιχάλη Κουμπιού που θα ξεδιπλώνει τόσο τα ηρωικά της τραγούδια, όσο και τις «ελαφρές» επιτυχίες της. Η μουσική επιμέλεια και οι ενορχηστρώσεις είναι του Απόλλωνα Κουσκουμβεκάκη, ενώ συμμετέχει το ARIA Quartet με τους Μαρία Σπυράτου (μαντολίνο), Ντορίν Λασκαρίδου (μαντολίνο), Άγγελο Γαβριήλ (κιθάρα) και Μαρί Χασάπη (κοντραμπάσο)
Η Σοφία Βέμπο γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 1910 στην Καλλίπολη της Ανατολικής Θράκης και το πραγματικό της όνομα ήταν Σοφία Μπέμπο. Ο πατέρας της ήταν καπνεργάτης και το 1912 η οικογένεια της μετεγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Το 1914, με την υπογραφή της ελληνοτουρκικής συμφωνίας ανταλλαγής πληθυσμών που υπέγραψε η κυβέρνηση Βενιζέλου, η οικογένεια της εγκατέλειψε την Πόλη και επέστρεψε πρώτα στην Τσαριτσάνη του νομού Λαρίσης και από εκεί στον Βόλο.
Η βασίλισσα του ελαφριού τραγουδιού
Στην διάρκεια ενός ταξιδιού τον Σεπτέμβριο του 1933, την ακούει ο Κωνσταντίνος Τσίμπας, ο μεγαλύτερος ιμπρεσάριος της Θεσσαλονίκης και θα της προτείνει να εμφανιστεί στο μεγάλο κοσμικό κέντρο «Αστόρια» της Θεσσαλονίκης. Σύντομα η φήμη της φτάνει στην Αθήνα. Εμφανίζεται με τον θίασο Σαμαρτζή-Μηλιάδη και στην πρώτη της εμφάνιση, θα ερμηνεύσει την επιτυχία «Μια γυναίκα πέρασε». Το κοινό θα την καλέσει τέσσερεις φορές ξανά επί σκηνής και οι συμπρωταγωνιστές Ορέστης Μακρής, Μαρίκα Νέζερ και Φώτης Αργυρόπουλος θα υποκλιθούν στο ταλέντο της. Τότε υπογράφει ένα συμβόλαιο 100.000 δραχμών τον μήνα, ποσό αστρονομικό για την εποχή. Τότε είναι που θα αλλάξει το όνομα της σε Σοφία Βέμπο.
Οι επιτυχίες της έρχεται η μία μετά την άλλη: «Μαύρα μου μάτια», «Μη ζητάς φιλιά», «Σ' αγαπώ» (των Νικολαϊδη και Γιαννίδη), «Ας πεθάνω», «Συγγνώμη σου ζητώ, συγχώρεσε με» και «Αφήστε με να πιω» (του Γιαννίδη). Η μεγαλύτερη επιτυχία ήλθε το 1938. Ήταν τότε που ηχογράφησε τα «Κάποιο Μυστικό», «Κλαις» την «Ζεχρά» του Σογιούλ και την βουκολική «Διαμαντούλα» του Θ. Σακελλαρίδη. Η Βέμπο ήταν πια η βασίλισσα το ελαφριού τραγουδιού. Παραμονές του πολέμου τραγουδά το κλασσικό βαλς «Το πρωί με ξυπνάς με φιλιά» (των Γιαννακόπουλου και Κυπαρίσση) και το δημοτικοφανές «Στη Λάρ'σα βγαίνει ο αυγερινός»).
Η Σοφία Βέμπο ως εθνικό σύμβολο
Με την αρχή του Ελληνοιταλικού πολέμου η Βέμπο βάζει το ταλέντο της στην υπηρεσία του Έθνους. Αρχίζει να τραγουδά τα κλασσικά πατριωτικά τραγούδια που την έκαναν διάσημη και πολυαγαπημένη, όπως «Βάζει ο Ντούτσε την στολή του» .
«Βάζει ο Ντούτσε την στολή του
Και την σκούφια την καλή του
Με όλα τα φτερά, με όλα τα φτερά
Και μια νύχτα με φεγγάρι
Την Ελλάδα πάει να πάρει
Βρε τον φουκαρά, βρε τον φουκαρά.
Ω! Τον τσολιά μας τον αφέντη
Βρίσκει στα βουνά
Και ταράζει τον αφέντη τον μακαρονά
Αχ Τσιάνο, θα τρελαθώ Τσιάνο
Με την Ελλάδα, ποιος μου είπε να τα βάνω;»
Αλλά και το «Παιδιά,της Ελλάδος παιδιά» των Σογιούλ και Τραϊφόρου:
«Μεσ' τους δρόμους τριγυρνάνε
οι μανάδες και κοιτάνε
ν' αντικρύσουνε,
τα παιδιά τους που ορκίστηκαν
στον σταθμό όταν χωρίστηκαν
να νικήσουνε
Μα για 'κείνους που έχουν φύγει
Και η Δόξα τους τυλίγει
Ας χαιρόμαστε,
Και ποτέ καμιά ας μην κλάψει
Κάθε πόνο της ας κάψει
Κι ας ευχόμαστε
Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά
Που σκληρά πολεμάτε πάνω στα βουνά
Παιδιά στην γλυκιά Παναγιά
Προσευχόμαστε όλες να 'ρθετε ξανά».
Αυτά τα δύο τραγούδια τα είχε ερμηνεύσει η Βέμπο σε επιθεώρηση της εποχής. Το πιο διάσημο όμως της τραγούδι ήταν το «Κορόιδο Μουσολίνι» που έχει την δικιά του ιστορία. Το τραγούδι είχε γραφεί από τον Ιταλό συνθέτη Έλντο ντι Λάτζαρο και σε στίχους Κάρλο Μπρούτι (ο οποίος είχε γράψει και το «Faccetta Nera», τον ύμνο του Φασιστικού Κινήματος) και με τίτλο «Reginella Campagnola» (η χωριατοπούλα Ρετζινέλλα). Ήταν ένα τραγούδι που σύμφωνα με τις εθνικιστικές επιταγές εξυμνούσε την αγνή ζωή της επαρχίας. Το τραγούδι γρήγορα πέρασε τα σύνορα της Ιταλίας. Το πήρε ο Πωλ Μένεστρελ, του έβαλε ελληνικούς στίχους και ως «Η χωριατοπούλα» το έκανε επιτυχία με την νεαρή τότε Ρένα Βλαχοπούλου και τον Φώτη Πολυμέρη.
Με την έκρηξη του πολέμου ο Γιώργος Οικονομίδης βάζει καινούργιους στίχους και με τίτλο «Στην Ρώμη» γίνεται επιτυχία με τον Νίκο Γούναρη με τίτλο «Στην Ρώμη». Όμως θα ταυτιστεί για πάντα με την Σοφία Βέμπο με τίτλο «Κορόιδο Μουσολίνι»:
«Με το χαμόγελο στα χείλη
Παν' οι φαντάροι μας μπροστά
Και γίνανε οι Ιταλοί ρεζίλι
Γιατί η καρδιά τους δεν βαστά.
Κορόιδο Μουσολίνι
Κανείς σας δεν θα μείνει
Εσύ και η Ιταλία
η πατρίδα σου η γελοία
Τρέμετε όλοι σας το χακί».
Η Βέμπο γίνεται εθνικό σύμβολο εμψυχώνοντας τον στρατό και συγκλονίζοντας το πανελλήνιο. Την ίδια περίοδο, η Βέμπο χαρίζει στο ναυτικό 2.000 χρυσές λίρες, ενώ μόλις τα ναζιστικά στρατεύματα μπουν στην Αθήνα, εκείνη θα φυγαδευτεί στην Μέση Ανατολή. Εκεί θα τραγουδά για τα ελληνικά και συμμαχικά στρατεύματα.
Μεταπολεμική καριέρα
Το 1946 η Σοφία Βέμπο δημιουργεί τον δικό της θίασο επιθεώρησης που ανεβάζει τα έργα «Ξανανθίζουν τα ρόδα», «Γκρεμισμένη φωλιά» και «Ρωμαίοι και Ιουλιέτες». Συνεργάζεται με τους Ορέστη Μακρή, Κυριάκο Μαυρέα και Βασίλη Αυλωνίτη το «Ελλάδα μου κουράγιο». Με το «Κάνε κουράγιο Ελλάδα μου» του 1947 η Βέμπο και ο σύντροφος της Τραϊφόρος διαμαρτύρονται για την στάση των «συμμάχων» Εγγλέζων σε αυτά που δικαιούτο η Ελλάδα ως νικήτρια. Δηλαδή την Βόρεια Ήπειρο και την Κύπρο. Για μια άλλη φορά η Ελλάδα «ρίχνεται» από τους συμμάχους και δεν παίρνει τα εδάφη της.
«Ποιος το περίμενε στ' αλήθεια
να βγουν ψευτιές και παραμύθια
και να ξεχάσουν τώρα πια τα λόγια εκείνα τους
που μας τα λέγαν κάθε βράδυ απ' τα Λονδίνα τους.
Μα δεν πειράζει, δεν πειράζει
δεν θα το βάλουμε μαράζι
και δεν θα κλάψουμε που πάλι μας ξεχάσατε
γιατί δεν είναι η πρώτη φορά που μας την σκάσατε.
Και στην υγειά σας μια οκαδούλα εμείς θα πιούμε
Και στην μικρή Ελλαδούλα μας θα πούμε:
Κάνε κουράγιο Ελλάδα μου
Κι όσο μπορείς κρατήσου.
Κι αν μας σκάσανε με μπαμπεσιά
Οι σύμμαχοι στην μοιρασιά
Κάνε κουράγιο Ελλάδα μου, να μην αρρωστήσεις
Γιατί το θέλει ο Θεός να ζήσεις και θα ζήσεις».
Όμως η Βέμπο θα τραγουδήσει και «Τα παιδιά μας που τ' αρπάξαν» για το παιδομάζωμα:
«Εσείς που μπήκανε και σας αρπάξανε μια μαύρη ώρα
Που να 'στε τώρα, που να 'στε τώρα;
Εσείς που οι μάνες σας σάς νανουρίζαν με παραμύθια
Που να είστε αλήθεια, που να είστε αλήθεια;
Εσείς που φύγατε και μαύρα φόρεσε όλη η χώρα
Που να 'στε τώρα, που να 'στε τώρα;
Σας περιμένουμε νύχτα και μέρα
Παιδιά που μείνατε χωρίς μητέρα
Και η Ελλάδούλα μας η καημένη
Νύχτα και μέρα σας περιμένει
Και το φωνάζουμε πως τα ελληνόπουλα που αργοπεθαίνουν
Έλληνες είναι, Έλληνες μένουν».
Το 1950 κυκλοφορεί η διάσημη «Ταμπακιέρα» σε μουσική του Ιωσήφ Ριτσιάρδη και στίχους Μίμη Τραϊφόρου και Γιώργου Γιαννακόπουλου. Ένα τραγούδι που έχουν ερμηνεύσει όλες οι μεγάλες τραγουδίστριες: Μαρίκα Νίνου, Βίκυ Μοσχολιού, Μαρινέλλα και Χαρούλα Αλεξίου. Την ίδια χρονιά κτίζει το «Θέατρο Βέμπο» και εμφανίζεται και ως ηθοποιός σε μουσικές κωμωδίες και επιθεωρήσεις, όπως «Βίρα τις Άγκυρες», «Σταρ Ελλάς» και «Φουρτούνες και μπουνάτσες». Το 1957 παντρεύεται τελικά τον Τραϊφόρο. Το 1960 εμφανίζεται στην «Στέλλα» του Κακογιάννη και ακολουθούν η «Προσφυγοπούλα» και «Στουρνάρα 288» με το οποίο κλείνει την διάσημη της καριέρα το 1969. Πέθανε στις 11 Μαρτίου 1978 και κηδεύθηκε ως εθνική ηρωίδα.
Νομίζουμε ότι οι παραστάσεις βαριετέ στο «Μπάντμιντον» είναι μια καλή ευκαιρία να ακουσθούν ξανά τα τραγούδια της και να τονώσουν σε δύσκολους καιρούς το φρόνημα των Ελλήνων.

31-12-2025
Όταν το σύστημα φοβάται τον καθρέφτη του
05-02-2025
Η εθελοδουλεία ως βίωμα
08-05-2024
Καλή αποτυχία Μαρίνα!
14-02-2024
Πολιτισμική οκνηρία
23-04-2023
Επιλογές Ιουνίου για το Φεστιβάλ Αθηνών
26-07-2020
Η παραχάραξη του 1821 αποσκοπεί να στηρίξει ιδεολογικά μια «διευθέτηση» των ελληνοτουρκικών σχέσεων - Συνέντευξη του Μελέτη Μελετόπουλου 