Ανασκόπηση πατριωτικού κινηματογράφου 2005-2006 (Μέρος Α΄)

  • Δημοσιεύτηκε: 12 Ιούνιος 2006

    Η κινηματογραφική χρονιά 2005-2006 τελείωσε, κι εμείς, κόντρα στην μόδα του «Κώδικα Ντα Βίντσι» και των “Gay - Westerns”, διαλέξαμε από αυτήν μία σειρά από χριστιανικά φίλμ και ταινίες που πρόβαλλαν τις αιώνιες αξίες του Έθνους, της Φυλής, της Παράδοσης και του Ηρωϊκού Τρόπου Ζωής.

    Aρχής γενομένης με την επανέκδοση του «Πορτοφολά» (Rosebud), του ασπρόμαυρου αριστουργήματος του Ρομπέρ Μπρεσόν από το 1959, εμπνευσμένου από το «Έγκλημα και Τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι. O Μισέλ είναι ένας φτωχός διανοούμενος που δεν πιστεύει στον Θεό και που κλέβει γιατί θέλει να ανήκει σε μία «ελίτ προνομιούχων ανθρώπων που θα έχουν δικαίωμα να βρίσκονται πάνω από τον νόμο και να παρανομούν». Αυτήν την μηδενιστική άποψη του ήρωα του, ο Μπρεσόν την αρνείται και πιστεύει στην Λύτρωση του ατόμου μέσω της Θείας Χάριτος και της ηθικής μετάλλαξης του ατόμου.

    Όπως και στο «Υπόγειο» του Ντοστογιέφσκι, έτσι και εδώ ο φορέας της Λύτρωσης είναι μία γυναίκα, στην συγκεκριμένη περίπτωση η Ζαν, που πιστεύει ότι ο Μισέλ μπορεί να σωθεί. Στο έργο η Ζαν εκπροσωπεί την αθωότητα, την καλοσύνη και την Θεία Χάρι (εξ' άλλου το όνομα της παραπέμπει στην Αγία Ζαν Ντ' Άρκ). Όταν η Ζαν εγκαταλειφθεί έγκυος από ένα φίλο του Μισέλ, εκείνος θα αλλάξει προς χάριν αυτής και του παιδιού της. Μόνο στην τελική σκηνή στην φυλακή, ο Μισέλ αντιλαμβάνεται ότι η Zαν εκπροσωπεί την Θεία Χάρι, που έπρεπε να περάσει από την Κόλαση για να την συναντήσει. Μια σκηνή όπου ο Μπρεσόν σκηνοθετεί την Ζαν σε λευκό εξαγνιστικό φως σε αντίθεση με τον Μισέλ που τον κινηματογραφεί συνήθως σε σκιές.

    Στην Χριστιανική Δεξιά ανήκουν τα αδικημένα «Χρονικά της Νάρνια: Το Λιοντάρι, η Μάγισσα και η Ντουλάπα» (Προοπτική) του Άντριου Άντερσον, βασισμένα στο oμώνυμο βιβλίο παιδικής φαντασίας του Κλαίηβ Στέηπλ Λιούϊς. Ο Λιούϊς υπήρξε από τους γίγαντες της Δεξιάς και Συντηρητικής Σκέψης και η ταινία βρίσκεται ιδεολογικά στον αντίποδα του Χάρυ Πότερ. Στην διάρκεια του βομβαρδισμού του Λονδίνου τέσσερα παιδιά που καταφεύγουν στην αγγλική εξοχή, στην διάρκεια ενός παιχνιδιού περνούν από την ντουλάπα στην φανταστική χώρα της Νάρνια. Στην Νάρνια έχει πέσει μία κατάρα εξ' αιτίας μίας Μάγισσας, που κυβερνάει την χώρα, και υπάρχει Χειμώνας, αλλά όχι Χριστούγεννα. Αλλά τώρα που ήρθαν τα τέσσερα παιδιά, απόγονοι του Αδάμ και της Εύας, θα αποτραπεί η κατάρα και οι ήρωες μας θα συμμαχήσουν με τον στρατό του λιονταριού Ασλάν, του πραγματικού βασιλιά της Νάρνια, για να νικήσουν την Μάγισσα και τον στρατό της.

    Tο λιοντάρι, σύμφωνα με τον ίδιο τον Λιούϊς, που υπήρξε θεολόγος, εκπροσωπεί τον Χριστό (αλλά και την ίδια την Αγγλία, που σώζεται μέσω του Βασιλείου του Ιησού σύμφωνα με τον ενορατικό ποιητή Ουϊλλιαμ Μπλέηκ). Έτσι η ταινία κάνει αναφορές στην προδοσία του Ιούδα, τα Πάθη και την Ανάσταση του Χριστού, αλλά και την Δευτέρα Παρουσία (όπου ανασταίνει όσους η Μάγισσα βαλσάμωσε ή σκότωσε για να τους περιλάβει στον Σταυροφορικό Του στρατό). Με άλλα λόγια μέσω μιας αλληγορικής περιπέτειας η ταινία, όπως και το βιβλίο, κάνει πιο εύκολο για τα παιδιά να δεχθούν την Διδασκαλία του Ιησού και τα μαθαίνει να πολεμούν και να θυσιάζονται για το κοινό καλό.

    Μία «Αμελί» για χριστιανόπουλα είναι το «Εκατομμύρια» του Ντάνυ Μπόυλ (ναι, του Ντάνυ Μπόυλ που έκανε το Trainspotting!). Ένας πιτσιρικάς επτά χρονών, ο Ντέμιαν (Άλεξ Έθελ), χάνει την μητέρα του και έρχεται να ζήσει με τον πατέρα του και τον εννιάχρονο αδελφό του, τον Άντονυ, στο Λίβερπουλ.

    Ο Ντέμιαν είναι ένα παιδί που πιστεύει στην ύπαρξη του Θεού, στα θαύματα, έχει για πρότυπα του τους Αγίους και τους Μάρτυρες της Δυτικής Εκκλησίας, ειδικά τον Άγιο Φρανσίσκο της Ασσίζης. Μιλάει με τους Αγίους και ζητεί την συμβουλή τους. Μια μέρα μία σακούλα με 250.000 λίρες πέφτει στην κυριολεξία μπροστά στα πόδια του. Ο Ντέμιαν το θεωρεί ότι είναι δώρο από τον Θεό. Αντίθετα ο Άντονυ πιστεύει ότι δεν πρέπει να μάθει τίποτα ο πατέρας τους, γιατί η εφορία θα πάρει το 40%. Τα δύο παιδιά αγνοούν ότι πρόκειται για την λεία μιας ληστείας, ενώ πρέπει να ξοδέψουν τα λεφτά μέσα σε ένα μήνα γιατί τότε θα αλλάξει το νόμισμα από λίρες σε ευρώ. Ο Ντέμιαν, θέλοντας να μοιάσει στα είδωλά του αποφασίζει να μοιράσει το δικό του μερίδιο στους φτωχούς, ενώ ο Άντονυ, ο οποίος δεν πιστεύει σε πνευματικές αξίες, θέλει να τα ξοδέψει τελείως εγωϊστικά.

    Αυτή η διαφορά ανάμεσα στα δύο αδέλφια και τον τρόπο που βλέπουν τον κόσμο είναι η ραχοκοκαλιά αυτής της αισιόδοξης ταινίας. Ο μικρός Ντέμιαν μαθαίνει ότι δεν είναι πάντοτε εύκολο να είναι κανείς γενναιόδωρος, ούτε λύνει τόσο εύκολα τα προβλήματα του κόσμου. Ενώ πρέπει να γλυτώσει και από τον ληστή που θέλει πίσω τα λεφτά που έκλεψε. Λατρεύουμε αυτόν τον πιτσιρικά που με το πάθος του για τους φτωχούς της Αφρικής θυμίζει έναν Μπόνο εν τη γενέσει του, ενώ η παιδική του πίστη και η μεγάλη γενναιοδωρία μπορεί να είναι μεταδοτικές μετά την προβολή της ταινίας και δεν είναι σύμπτωση ότι οι χριστιανοί σινεκριτικοί στην Αμερική το ψήφισαν ως την καλύτερη χριστιανική ταινία της χρονιάς.

    Το Cinderella Man (Προοπτική) του Ρον Χάουαρντ είναι η βιογραφία του πρωταθλητή πυγμαχίας ελαφρών βαρών της δεκαετίας του 1920 Τζέημς Μπράντοκ, ο οποίος εξαιτίας ενός ατυχή ματος στο δεξί χέρι, κατέληξε από πρωταθλητής άνεργος στην διάρκεια του Κραχ. Όμως, διατηρώντας μία πίστη στην οικογένεια του και τον εαυτό του, αναγεννήθηκε από τις στάχτες του και έγινε όχι μόνο πρωταθλητής, αλλά και ο απόλυτος ήρωας ενός ολόκληρου Έθνους.

    Πρόκειται στην πραγματικότητα για μία εκπληκτική καταγραφή της οικονομικής κρίσης του Κραχ με τον Ράσελ Κρόου στον ομώνυμο ρόλο και την Ρενέ Ζεβέλγκερ στο ρόλο της γυναίκας - πρότυπο που μένει δίπλα του μέχρι το τέλος. Στην ταινία ο Μπράντοκ διαπνέεται από τις κλασσικές αξίες του μέσου Αμερικανού, αλλά και Ευρωπαίου: κουράγιο, καλοσύνη, συζυγική πίστη, τιμιότητα, επιμονή, μετριοφροσύνη και φιλία. Πάνω από όλα όμως, εκείνο που μετράει γι' αυτόν είναι η οικογένεια, την οποία προσπαθεί να διατηρήσει ενωμένη την περίοδο της οικονομικής κρίσης.

    Παρόλο που είναι φτωχός και άνεργος, ο Μπράντοκ έχει αίσθηση της ηθικής ακεραιότητας. Στην καλύτερη σκηνή του έργου ο μεγαλύτερος του γιος κλέβει ένα λουκάνικο από τον χασάπη και το φέρνει στο σπίτι. Όταν εκείνος επιστρέφει σπίτι και καταλαβαίνει τι έχει γίνει, τον βάζει να επιστρέψει το λουκάνικο και να ζητήσει συγγνώμη, ενώ πληρώνει ο ίδιος το αντίτιμο. Μετά, όταν βγουν από το μαγαζί και μάθει γιατί το έκλεψε του λέει: «Όσο άσχημα και να πάνε τα πράγματα, δεν κλέβουμε». Με άλλα λόγια η φτώχια δεν είναι δικαιολογία ούτε για πλιάτσικο, ούτε για δημιουργία συμμοριών, όπως γίνεται σήμερα. Δεν απορούμε που το «συνοθύλευμα» εδώ και στην Αμερική ειρωνεύτηκε και «έθαψε» την ταινία.

    Επίσης, όταν ένας φίλος του, συνδικαλιστής τού μιλά για την περίοδο του Κραχ, τού λέει: «Πρέπει να το αλλάξουμε αυτό», εκείνος του απαντά: «Να αλλάξουμε τι; Την απληστία; Θα καταφέρουμε να επιβιώσουμε μέσα σε αυτήν την κατάσταση». Παραμένοντας μακριά από το έγκλημα και τον κομμουνισμό, την στιγμή που θα είχε κάθε «κοινωνική δικαιολογία» να το κάνει, ο Μπράντοκ του Κρόου είναι ένα άτομο που ουσιαστικά εμπνέεται από τα αλληλεγγυϊκά ιδεώδη του Εθνικισμού.

    Σε μια αντιεξισωτική, φυλετική Δεξιά ανήκει το «Τέλος της Βίας» (Village Films) του Ντέηβιντ Κρόνενμπεργκ. Ο φιλήσυχος και ευτυχισμένος οικογενειάρχης Τζο Σταλ, δέχεται την επίθεση δύο ληστών στην καφετέριά του, κάτι που τον μετατρέπει σε βίαιο άτομο που όχι μόνο απωθεί, αλλά και σκοτώνει τους ληστές. Θα γίνει ήρωας της οικογένειας και της κοινότητας του, αλλά και θα δεχθεί την επίσκεψη κάποιου από το παρελθόν του. Κάποιου που τον αποκαλεί με το όνομα Τζόϋ Κιούτζακ, υπονοώντας ότι είναι στην πραγματικότητα κάποιος άλλος, ένας εγκληματίας που κάποτε του έσκισε το πρόσωπο με συρματόπλεγμα και που θέλει να τον πάρει μαζί του στην Βοστώνη.

    Πρόκειται για μια ιστορία Δόκτωρ Τζέκυλ (Τομ) και Μίστερ Χάϊντ (Τζόυ), όπου είναι η βίαιη πλευρά του χαρακτήρα που βοηθά το άτομο να επιβιώσει. Δηλαδή έχουμε μία ταινία - αναφορά στο κλασσικό βιβλίο «Το Εγωϊστικό Γονίδιο» του νεοδαρβινιστή Ρίτσαρντ Ντώκινς. Και όταν ο γιος του Τομ / Τζόϋ τον μιμείται στέλνοντας στο νοσοκομείο τους νταήδες του σχολείου που του κάνουν την ζωή κόλαση, τότε καταλαβαίνουμε ότι ο Κρόνενμπεργκ όχι μόνο πιστεύει στην κυριαρχία ατόμων προσαρμοσμένων καλύτερα σε ένα βίαιο περιβάλλον, αλλά και ότι ο χαρακτήρας ενός ατόμου επηρεάζεται από τα γονίδια (και κατά συνέπεια από την Φυλή) και όχι από το περιβάλλον, όπως θέλουν να πιστέψουμε οι αριστεροί οπαδοί του απατεώνα ψυχολόγου Λυσένκο. Όποιοι έχουν διαβάσει την «Εισαγωγή στην Βιοπολιτική» του Δημόπουλου και την «Επιθετικότητα» του Κόνραντ Λόρεντζ θα εκτιμήσουν πολύ αυτήν την άποψη της ταινίας. Από την άλλη ο Κρόνενμπεργκ πιστεύει ότι όταν αυτή η νιτσεϊκή βία και δαρβινική κυριαρχία μεταφέρεται μέσα στην οικογένεια, την διαλύει, όπως φαίνεται και στο τελευταίο μέρος του φιλμ.

    Κατηγορία: