Με έργα του κορυφαίου συνθέτη της μεταβαγκνερικής περιόδου, Ρίχαρντ Στράους έρχεται στο Μέγαρο Μουσικής η περίφημη Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου στις 13 και 14 Φεβρουαρίου υπό την διεύθυνση του Ντάνιελ Χάρντινγκ. Την πρώτη μέρα θα υπάρχει ένας μουσικός διάλογος ανάμεσα στον Ρίχαρντ Στράους του «Τάδε Έφη Ζαρατούστρα» και του «Δον Ζουάν» με τον Σούμαν του «Κοντσέρτου για πιάνο, αρ. 54» με την χαρισματική Έλεν Γκριμό στο πιάνο. Στην δεύτερη συναυλία συνομιλούν ο Βάγκνερ του «Ειδυλλίου του Ζίγκφρηντ» και ο Ρίχαρντ Στράους του «Θάνατος και Εξυλέωση» με τον Μπραμς του «Κοντσέρτου για βιολί» με την εξαιρετική Ζανίν Γιάνσον στο βιολί.
Ο Ρίχαρντ Στράους γεννήθηκε στις 11 Ιουνίου 1864 στο Μόναχο και ο πατέρας του έπαιζε κόρνο στην Όπερα του Παλατιού του Μονάχου. Άρχισε να παίρνει από μικρός μαθήματα πιάνου και στα έξι του έγραψε την πρώτη του σύνθεση. Στα 13 του άκουσε για πρώτη φορά τις όπερες «Λόενγκριν» και τον «Ταγχώυζερ» και από εκείνη την στιγμή λάτρευε τον Βάγκνερ. Όμως ο συντηρητικός μουσικά πατέρας του δεν ήθελε ο γιός του να ακούει Βάγκνερ. Κάτι που ο Στράους δεν του συγχώρησε. Μέχρι το 1885, οι συνθέσεις του ήταν επηρεασμένες από τον Σούμαν και τον Μέντελσον, κάτι που είχε να κάνει με την επιρροή του πατέρα του. Όμως εκείνη την χρονιά, ο συνθέτης και βιολονίστας Αλεξάντερ Ρίττερ τον έπεισε να αφήσει το συντηρητικό του μουσικό ύφος και να γράψει τονικά ποιήματα. Του έδωσε μάλιστα να διαβάσει τα δοκίμια του Ριχάρδου Βάγκνερ και τα φιλοσοφικά βιβλία του Αρθούρου Σοπενχάουερ.
Τρία χρόνια αργότερα, ο Στράους θα έβαζε φωτιά στα μουσικά πράγματα με τον «Δον Χουάν», το πρώτο του τονικό ποίημα. Σε λιγότερο από είκοσι λεπτά, ο Στράους αποδεικνύει ότι κατέχει τα μουσικά διδάγματα των μεγάλων του παρελθόντος, αλλά είναι ταυτόχρονα και ένας ριζοσπάστης του καιρού του. Ειδικά η αποκορύφωση του έργου και η δραματικότητα της μουσικής σοκάρει ακόμα και σήμερα. Σε αυτό το μουσικό κομμάτι ο ερωτύλος Ντον Ζουάν αναθυμάται τις παλιές του αγάπες και όσες γυναίκες έχασε. Η παρουσία του μέσα στο έργο του σηματοδοτείται με μια βαγκνερική ένταση των πνευστών. Τα έγχορδα οδηγούν σε ένα ερωτικό θέμα και το θέμα από το όμποε προσχεδιάζει μουσικά πολλές ερωτικές σκηνές από τις μετέπειτα όπερες του Στράους. Είναι όμως το κρεσέντο στο τέλος του Δον Χουάν που μας αφήνει άφωνους.
Ο Στράους θα ακολουθούσε τον «Δον Χουάν» με ένα τονικό ποίημα για τον θάνατο: το «Ο Θάνατος και η Εξαϋλωση». Σε αυτό ένας νεαρός ιδεαλιστής καίγεται από πυρετό και μπροστά στον θάνατο περνούν από μπροστά του η αθωότητα των παιδικών του χρόνων, οι αγώνες της ζωής και χειρότερα από όλα οι ιδέες του δεν εκπληρώθηκαν.
H μουσική στην αρχή είναι πολύ ήσυχη εκφράζοντας την αδύνατη καρδιά του ήρωα και εκφράζεται μέσα από έγχορδα και τύμπανα. Όμως αργότερα, καθώς ο ήρωας παλεύει να μείνει στην ζωή , η μουσική γίνεται επιθετική, βασανιστική και εκρηκτική. Όμως ο θάνατος κτυπά την πόρτα και η ήσυχη μουσική και έχουμε μία απειλητική μουσική που έχει πολύ δύναμη και μία αίσθηση του επείγοντος. Όμως στο τέλος ο ήρωας αποδέχεται τον θάνατο και «Η ψυχή βρίσκει στον αιώνιο χώρο να εκπληρώνονται όσα δεν πέτυχαν να γίνουν εδώ στον κάτω κόσμο».
Το τρίτο τονικό ποίημα και το πιο γνωστό συμφωνικό του έργο ήταν το «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» βασισμένο στο ομώνυμο έργο του Φρειδερίκου Νίτσε. Ο «Ζαρατούστρα» του Νίτσε ήταν ένας ύμνος στην ιδέα του Υπεράνθρωπου, στην ενέργεια του ανθρώπου και στην θέληση για δύναμη. Ο Στράους δεν ήταν ο μόνος που έγραφε επηρεασμένος από το βιβλίο του Νίτσε. Το ίδιο θα έκανε ο Μάλερ στην «Τρίτη Συμφωνία» και ο Ντέλιους στην «Λειτουργία της Ζωής». Ήταν όμως το πιο διάσημο από αυτά τα έργα, αλλά και το δικό του αριστούργημα. Ούτε είναι σύμπτωση ότι έγινε μουσικό έργο. Ο ίδιος ο Νίτσε είχε δηλώσει ότι «ανήκει στις συμφωνίες». Ότι ήταν η δική του συμφωνία.
Ο ίδιος ο Στράους δήλωνε «Δεν ήθελα να γράψω φιλοσοφική μουσική η να ζωγραφίσω το μεγάλο έργο του Νίτσε. Ήθελα να μεταφέρω με τα μέσα της μουσικής την ανάπτυξη της ανθρώπινης φυλής από τις απαρχές της, μέσα από την ανάπτυξη θρησκευτική και επιστημονική μέχρι την ιδέα του νιτσεϊκού Υπεράνθρωπου. Το όλο συμφωνικό ποίημα είναι ένας φόρος τιμής στην ιδιοφυΐα του Νίτσε που βρήκε την μεγαλύτερη του έκφραση στο «Τάδε Έφη Ζαρατούστρα»
Το συμφωνικό του ποίημα είναι ένα μεγάλης έμπνευσης, τεραστίων διαστάσεων και μια φαντασία που κινείται ελεύθερη από μουσικές και ανθρώπινες αλυσίδες. Το πιο διάσημο μέρος του είναι το «Χάραμα», βασισμένο στον «Πρόλογο του Ζαρατούστρα και που το 1969, ο Στάνλεϋ Κιούμπρικ το χρησιμοποίησε στην αριστουργηματική του ταινία «2001: Η Οδύσσεια του διαστήματος».
Αν τα συμφωνικά του ποιήματα εξέφραζαν με τον καλύτερο τρόπο την μεταβαγκνερική περίοδο, οι όπερες του ήταν κορυφαίες: «Ηλέκτρα», «Σαλώμη», «Ο Ιππότης του Ρόδου» «Η Αριάδνη στη Νάξο». Το 1933 ο Στράους θα γινόταν διευθυντής του Κρατικού Ινστιτούτου Μουσικής του Γ' Ράιχ με υποδιευθυντή τον Βίλχελμ Φουρτβέγκλερ. Την τιμητική θέση την χρωστούσε στην μεγάλη φήμη του ως ο κορυφαίος ζων συνθέτης της Γερμανίας, αλλά και στην αγάπη που του έτρεφε ο ίδιος ο Χίτλερ. Για δύο χρόνια η συνεργασία με τις αρχές ήταν άψογη, αν και δεν μοιραζόταν τις απόψεις περί «παρακμιακής μουσικής» όσο αφορά τον Ντεμπυσύ, τον Μάλερ και τον Μέντελσον. Όμως το 1935 θα έχανε την θέση του, όταν συνεργάσθηκε με τον εβραϊκής καταγωγής Στέφαν Τσβάιχ στο λιμπρέτο μιας όπερας. Η σύγκρουση είχε καθαρά εγωιστικά κίνητρα, καθώς ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του τον τελευταίο μεγάλο της Γερμανικής μουσικής και δεν δεχόταν διαταγές από κανένα. Όμως ο «Ολυμπιακός Ύμνος» του θα χρησιμοποιείτο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936 με τον ίδιο να διευθύνει την σύνθεση του. Το 1940 θα συνέθετε μία οβερτούρα για τα 500 χρόνια του αυτοκρατορικού οίκου της Ιαπωνίας και το 1945 την «Μεταμόρφωση», ένα θρήνο για την καταστροφή της Δρέσδης και της αγαπημένης του Γερμανίας από τους Συμμάχους.
Πολλοί διάσημοι καλλιτέχνες όπως ο Αρτούρο Τοσκανίνι θα του επετίθεντο για αυτήν την συνεργασία. Κάποιοι ήθελαν να τον περάσουν από δίκη ως συνεργάτη, αλλά το 1947, ο Στράους πήρε το πρώτο αεροπλάνο και έφυγε στο Λονδίνο. Εκεί θα συνέθετε τα «Τέσσερα τελευταία τραγούδια», το τελευταίο έργο του και ένα από τα κορυφαία. Το έργο το έγραψε ειδικά για την εθνικίστρια Κίρστεν Φλάγκσταντ, την κορυφαία σοπράνο του πρώτου μισού του 20ου αιώνα. Ο Στράους πέθανε στο Λονδίνο στις 8 Σεπτεμβρίου 1949 σε ηλικία 85 χρονών.
Συντομευμένη έκδοση του άρθρου δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 5ης Φεβρουαρίου 2011 της εφημερίδας Ελεύθερος Κόσμος.

31-12-2025
Όταν το σύστημα φοβάται τον καθρέφτη του
05-02-2025
Η εθελοδουλεία ως βίωμα
08-05-2024
Καλή αποτυχία Μαρίνα!
14-02-2024
Πολιτισμική οκνηρία
23-04-2023
Επιλογές Ιουνίου για το Φεστιβάλ Αθηνών
26-07-2020
Η παραχάραξη του 1821 αποσκοπεί να στηρίξει ιδεολογικά μια «διευθέτηση» των ελληνοτουρκικών σχέσεων - Συνέντευξη του Μελέτη Μελετόπουλου 