«Γράμμος-Βίτσι» και «Ελένη» απαντούν στην ταινία του Βούλγαρη

  • Δημοσιεύτηκε: 25 Οκτώβριος 2009

    Βγαίνει αυτήν την εβδομάδα στους κινηματογράφους η τελευταία ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Ψυχή Βαθιά», η ιστορία δύο αδελφών που πολεμούν σε διαφορετικά στρατόπεδα στην διάρκεια του Συμμοριτοπολέμου. Εμείς όμως αποφασίσαμε να παρουσιάσουμε δύο ταινίες που δείχνουν την εθνική άποψη για εκείνη την κρίσιμη περίοδο.

     

    Η «Ελένη» του Χόλυγουντ

    Η «Ελένη», το διάσημο βιβλίο του Νίκου Γκατζογιάννη για τις προσπάθειες της μητέρας του να σώσει τα παιδιά της από το παιδομάζωμα, μεταφέρθηκε το 1985 στην μεγάλη οθόνη από τον διάσημο Πήτερ Γέητς («Μπούλιτ», «Αμπιγιέρ»). Εδώ ο Γέητς δίνει περισσότερο έμφαση στην προσπάθεια του γιου της, Νίκολα (ο μεγάλος Τζων Μάλκοβιτς), καθιερωμένο δημοσιογράφο των «Νιου Γιορκ Τάιμς» να βρει τους φονιάδες της μητέρας του (Κέητ Νάλλιγκαν) κάτι που τον βασανίζει χρόνια. Γι' αυτό και θα έρθει στην Ελλάδα με αποστολή της εφημερίδας του. Η ταινία κάνει συνέχεια εναλλασσόμενο μοντάζ ανάμεσα στις προσπάθειες του γιού το 1979 και την ιστορία της μάνας, όταν στην διάρκεια του ανταρτοπόλεμου, οι κομμουνιστές είχαν καταλάβει το Λιά, κοντά στα Αλβανικά σύνορα. Αυτό αδυνατίζει την ιστορία της Ελένης που κυριαρχούσε στο βιβλίο (κάποιοι θα πουν το αντίθετο).

    Η Ελένη είναι μία τίμια, φτωχή και θαρραλέα γυναίκα που ο άνδρας της ζει στην Αμερική και μαζεύει λεφτά για να τους καλέσει κοντά του. Παρόλο που είναι φανερό ότι ανήκει στην Δεξιά, η Ελένη μένει μακριά από την πολιτική και σώζει τον Σπύρο, ξάδελφο της αριστερής φίλης της Κατίνας (η βραβευμένη με Όσκαρ Β' ρόλου νάνος ηθοποιός Λίντα Χάντ). Όμως αυτή η φιλευσπλαχνία δεν αναγνωρίζεται από τον Σπύρο, όταν επιστρέφει στο χωριό ως καπετάνιος του «Δημοκρατικού Στρατού». Αντίθετα θα απαιτήσει από την Ελένη να δώσει την μεγάλη της κόρη στον Δημοκρατικό Στρατό. Τότε σε μια μαρτυρική σκηνή που σε κάνει να ανατριχιάσεις, η Ελένη καίει με πυρωμένο σίδερο το πόδι της κόρης της για να μην την πάρουν οι μπολσεβίκοι.

    Στην δεύτερη σημαντική σκηνή της ταινίας, ο Κατής, ο πολιτικός υπεύθυνος του Δημοκρατικού Στρατού της περιοχής, θα δελεάσει με φρέσκο ψωμί και μαρμελάδα τα πεινασμένα παιδιά και τις μανάδες τους για να τα παραδώσουν στο παιδομάζωμα τα παιδιά τους για να τα πάνε στην Αλβανία και την Τσεχοσλοβακία, όπου θα τους εμποτίσουν την κομμουνιστική ιδεολογία. Αυτό τον βολεύει ώστε να μην ασχολείται με τους άοπλους. Τότε είναι που αντιδρά η Κατίνα στον χωρισμό μανάδων και παιδιών και την διάλυση των οικογενειών. Όπως θα περίμενε κανείς, η Κατίνα βασανίζεται και εκτελείται. Την ίδια μοίρα θα έχει και η Ελένη, όταν φυγαδεύσει τον Νίκο της μαζί με άλλα παιδιά.

    Η Κέητ Νάλλιγκαν είναι συγκλονιστική σε μία ταινία που περισσότερο από τα εγκλήματα των αριστερών, δείχνει τον ιερό δεσμό μάνας και γιου. Αλλά και το ήθος του τελευταίου, που θα αρνηθεί να γίνει τελικά τιμωρός του ανθρώπου που διέταξε την εκτέλεση της μάνας του, θα απελευθερωθεί από το μίσος και θα εκτιμήσει επιτέλους την ευτυχισμένη οικογένεια του. Να υπενθυμίσουμε ότι ο Γέητς είχε ζητήσει από την κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου να γίνουν τα γυρίσματα στην Ελλάδα. Εκείνος όμως δεν έδωσε την άδεια, ξεχνώντας την άποψη του πατέρα του για το «κόμμα της προδοσίας και του εγκλήματος». Τελικά έγιναν στην Ισπανία. Ενώ όταν προβλήθηκε στους κινηματογράφους το ΚΚΕ οργάνωνε διαδηλώσεις, εμποδίζοντας την είσοδο στους θεατές.

     

    Ο επικός «Γράμμος» του Ηλία Μαχαίρα

    Από την άλλη, ο «Γράμμος» (1971) του Ηλία Μαχαίρα, πιο γνωστός ως «Γράμμος-Βίτσι», δείχνει τον αριστερό Κάιν μιας οικογένειας εθνικοφρόνων. Παρόλο όμως τον τίτλο της δείχνει όλη την περίοδο από την Απελευθέρωση μέχρι την τελική φάση του αντισυμμοριακού αγώνα. Κατά την διάρκεια της υποχώρησης των Γερμανών, ο Χρήστος Ρούσσης (Χριστόφορος Ζήκας), αντάρτης του ΕΑΜ, σώζεται από το εκτελεστικό απόσπασμα από τον Σταμάτη, που παριστάνει τον συνεργάτη των Γερμανών για να σώζει πατριώτες. Αυτόν τον άνθρωπο που του έσωσε την ζωή, ο Χρήστος θα τον κατηγορήσει για προδότη, ενώ δεν θα διστάσει να απειλήσει με το όπλο του και την ίδια την μάνα του.

    Από την αρχή καταλαβαίνουμε την βασανισμένη ψυχή του Χρήστου που με τίποτα δεν είναι ευχαριστημένος. Ενώ, όπως και ο Σπύρος της «Ελένης» είναι ένα κλασσικό παράδειγμα αχαριστίας των κομμουνιστών που για αυτούς το μόνο που μετράει είναι η τυφλή βία εναντίον των αντιπάλων τους. Δεν είναι σύμπτωση που αποκαλεί «μοναρχοφασίστες» τα αδέλφια του, που δεν μπορούν να καταλάβουν «το λαϊκό ποτάμι που κατεβαίνει από τα βουνά». Μια προειδοποίηση για ότι θα ακολουθήσει μετά την Απελευθέρωση. Πράγματι βλέπουμε τους κλασσικούς αριστερούς με τις ντουντούκες στους δρόμους της Αθήνας να καλούν τον κόσμο ενάντια στην «δεύτερη κατοχή» των Εγγλέζων. Αλλά και δολοφονίες πολιτών χωρίς λόγο (Νίκος Πλατής). Η καλύτερη δε, επική σκηνή είναι αυτή της μάχης του Μακρυγιάννη, του ελληνικού Αλκαζάρ.

    Εντύπωση προκαλεί η σκηνή όπου ο Άρης Βελουχιώτης βγάζει το πιστόλι του και απειλεί: «Ας τολμήσει κανείς να μην ανέβει (στο βουνό) και θα μιλήσει αυτό. Όλοι ξέρουν την γλώσσα του. Θα τους αποδείξουμε ότι είμαστε Λερναία Ύδρα. Θα τους σαρώσουμε όλους, και τους εχθρούς μας και τους φασίστες». Μια σκηνή που δείχνει τον φανατισμό του σφαγέα του Ελληνισμού.

    Το αποκορύφωμα είναι η σκηνή του στρατοδικείου - «λαϊκού δικαστηρίου», όπου ο Χρήστος ως δικαστής πρέπει να δικάσει τον Μανώλη, τον φίλο του αδελφού του, αλλά και τον ίδιο τον αδελφό του. Ο πρώτος, αρνούμενος να δικαστεί από μια ληστοσυμμορία αρπάζει το πιστόλι ενός συμμορίτη και σκοτώνει τον Ρώσο κομμουνιστή που συμμετέχει στο στρατοδικείο για να πέσει μετά από τα κόκκινα πυρά.

    Ο δε Γιώργος εμπαίζει την προαποφασισμένη καταδίκη του, ενώ καλεί τον αδελφό του, να μην γίνει Κάιν. Πράγμα που δεν θα αποφευχθεί ακόμα και από την ξαφνική άφιξη της μάνας τους (Ιλύα Λιβύκου) που προσπαθεί μάταια να τους συμφιλιώσει. Όπως λέει και κάποια στιγμή αργότερα ο κλασσικός ινστρούχτορας στον Χρήστο: «Ο πολιτικός αγώνας είναι πάνω από πατέρα, μητέρα και οικογένεια». Άποψη που αποδεικνύει την πώρωση των κομμουνιστών και την διαταραγμένη προσωπικότητα του Χρήστου.

    Όμως ο «Γράμμος-Βίτσι» δεν είναι αντικομμουνιστική ταινία, αλλά ενωτική. Σε κάποια στιγμή ο αρχηγός μιας ομάδος του Εθνικού Στρατού φωνάζει στον αρχηγό της αντάρτικης ομάδος που είναι απέναντι του: «Είμαστε αδέλφια, δεν κάνει να σκοτωνόμαστε, ας δώσουμε τα χέρια» και βγαίνει πρώτος άοπλος στο ξέφωτο. Και τότε αντίθετα με ότι θα πίστευε κανείς, ο αρχηγός του αντάρτικου μπουλουκιού διατάζει τους άνδρες του να αφήσουν τα όπλα τους και να ακολουθήσουν τον Εθνικό Στρατό. Ενώ προς το τέλος, ο σαλπιστής παίζει για την σωρό και των δύο νεκρών αδελφών που παίρνουν μετά το τέλος του πολέμου.

    Αυτό το ενωτικό πνεύμα χαρακτηρίζει και τις υπόλοιπες ταινίες του Μαχαίρα που έχουμε δει (π.χ. Ο Γοργοπόταμος), ενώ πιστεύουμε ότι έχει εμπνεύσει και την «Ψυχή Βαθιά» του Βούλγαρη. Η δε σκηνή του λαϊκού δικαστηρίου έχει αντιγραφεί από την άλλη πολιτική πλευρά στην κλασσική σκηνή του στρατοδικείου της ταινίας του Βούλγαρη.

    Αναζητήστε τον «Γράμμο-Βίτσι» που, παρόλο κάποιες αδύναμες σκηνές ερμηνευτικά ή σεναριακά, είναι μία πατριωτική ταινία που θυμίζει ότι ο ελληνικός κινηματογράφος δεν ήταν πάντα υπό την ιδεολογική κυριαρχία της Αριστεράς. Ενώ θυμίζει ότι και οι Έλληνες σκηνοθέτες είχαν εθνικές απόψεις και όχι εθνομηδενιστικές όπως σήμερα για να πούμε το λιγότερο.

    Υπ' όψιν ότι όταν την Άνοιξη του 2009 το «Γράμμος-Βίτσι» παίχθηκε από τον Δημοτικό Σταθμό Θεσσαλονίκης, επενέβη το ΚΚΕ και σταμάτησε την προβολή, χωρίς κανείς δεξιός πολίτης να διαμαρτυρηθεί. Πράγμα που σημαίνει ότι 28 χρόνια μετά, η αλήθεια της ενοχλεί τόσο την Αριστερά, όσο και τους αμνήμονες δεξιούς παρατρεχάμενους της.


    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 24ης Οκτωβρίου 2009 της εφημερίδας Ελεύθερος Κόσμος.