Ένα από τα ντοκιμαντέρ που λατρέψαμε στο 14ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ υπήρξαν οι «Αφανείς Ήρωες» του Παναγιώτη Κουντουρά. Σε πολλούς η ταινία θα θυμίσει το «Σινεμά ο Παράδεισος», μιας και μιλάει για την ζωή και την τέχνη των μηχανικών προβολής των παραδοσιακών κινηματογράφων της Θεσσαλονίκης. Σε μια προσπάθεια να σας φέρουμε πιο κοντά σε νέους δημιουργούς πήραμε μια συνέντευξη από τον σκηνοθέτη της ταινίας Παναγιώτη Κουντουρά και τον παραγωγό και εκπρόσωπο της «Fig Leaf» Βασίλη Κιλτίδη. Η συνέντευξη μας έγινε σε χαλαρούς ρυθμούς στο «λόμπυ» κεντρικού ξενοδοχείου.
Βασίλη, πως ξεκίνησες την εταιρία παραγωγής «Fig Leaf»;
Η εταιρία παραγωγής «Fig Leaf» είναι η ιστορία μιας πορείας, που ξεκίνησε από την Αθήνα και σπουδές στο Λονδίνο, όπου μετά τις σπουδές πάνω στην επικοινωνία και της παραγωγής στα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας, δούλεψα για τρεισήμισι χρόνια στο ΣΚΑΪ. Εκεί έμαθα ότι δεν αρκεί μόνο να πουλάς, αλλά να δίνεις στον κόσμο κάτι πιο εποικοδομητικό, όπως είναι το ντοκιμαντέρ, που έχει εκπαιδευτικό περιεχόμενο. Έτσι ξεκινώντας την δική μου εταιρία παραγωγής, ένας από τους βασικούς στόχους είναι η δημιουργία ντοκιμαντέρ.
Αυτό σημαίνει ότι πιστεύεις στην αγορά του ντοκιμαντέρ στην Ελλάδα.
Είναι μια αγορά με πολύ καλές προοπτικές και ποιοτικά και ποσοτικά από πλευρά μάρκετινγκ. Και πολύ απλά γιατί δεν είναι ιδιαιτέρως αναπτυγμένη. Πιστεύω στην αγορά του ντοκιμαντέρ, διότι σιγά-σιγά στην εποχή μετά την κρίση, η «σαβούρα» που υπάρχει στα κανάλια θα αρχίζει να εξαφανίζεται. Αυτή την πορεία ακολούθησαν τα μεγάλα δίκτυα, όπως το BBC. Από την επιφανειακή προσέγγιση πέρασαν σιγά-σιγά στην εκπαίδευση. Πιστεύω ότι από την στιγμή που ακολουθούμε, έστω και καθυστερημένα, το παράδειγμα των υπολοίπων χωρών θα ακολουθήσουμε και σε αυτό.
Μέχρι τώρα τι έχει κάνει η «Fig Leaf» στον χώρο του ντοκιμαντέρ;
Οι «Αφανείς Ήρωες», ένα ντοκιμαντέρ που αφορά τους μηχανικούς προβολής των παραδοσιακών κινηματογράφων της Θεσσαλονίκης και με τους οποίους πρωτοπαρουσιαστήκαμε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης είναι επισήμως η πρώτη δουλειά της εταιρίας.
Τι αντιμετώπιση είχατε από το κοινό του Φεστιβάλ;
Αυτό που αποκομίσαμε είναι μια πολύ καλή απήχηση, ένας πολύ καλός απόηχος από πλευράς κριτικής και του μέσου και του σινεφίλ κοινού που ήλθε και παρακολούθησε την ταινία. Είχαν ξεπουληθεί όλα τα εισιτήρια από την προηγούμενη σχεδόν ημέρα.
Δηλαδή ο κόσμος, το κοινό του Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης ήθελε να δει ένα θέμα που αφορά το εσωτερικό του Φεστιβάλ. Ήταν ένα θέμα που άγγιζε το σινεφίλ κοινό. Και το αγάπησε αυτό το θέμα , για αυτό πιστεύω ότι ήταν πολύ έξυπνη η σύλληψη του Παναγιώτη από την αρχή γύρω από αυτό το θέμα. Τώρα πως το σκέφτηκε, πως του ήρθε η ιδέα, πως το προχώρησε, καλό είναι να μας το εξηγήσει ο ίδιος.
Μιας και γίνεται αυτή η πάσα, Παναγιώτη θα σε ρωτήσω αν οι «Αφανείς Ήρωες» είναι η πρώτη σου ταινία;
Είναι το πρώτο μου ντοκιμαντέρ. Η πρώτη ταινία μικρού μήκους ήταν στα 15 μου «Η Αρχή του τέλους» που την έστειλα στο «Crash Fest 2007» (Φεστιβάλ Μαθητικών και Νεανικών Ταινιών) και βραβεύτηκε. Το 2009 ήρθε το «Popcorn Movie», μια μαθητική κωμωδία χολλυγουντιανού στυλ που συμμετείχε στο Digital Wave του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.
Πως προέκυψαν οι «Αφανείς Ήρωες»;
Αφορμή για το ντοκιμαντέρ ήταν το μάθημα εργαστηρίου στην σχολή όπου κλήθηκα να κάνω μια εργασία. Και πρέπει να πω ότι η γνωριμία μου με τον Μανώλη Ρίζο, τον μηχανικό προβολής στο Ολύμπιον ήταν νομίζω ιδανική σύμπτωση. Γιατί αγάπησα τον ίδιο ως προσωπικότητα, λάτρεψα την δουλειά του και χώθηκα κυριολεκτικά και εγώ μέσα στην καμπίνα και γνώρισα την τέχνη του.
Έτσι αποφάσισα να τον κινηματογραφήσω για την εργασία. Και επειδή οι καθηγητές είδαν ότι μπορούσε να σταθεί το υλικό και θα μπορούσε να έχει ενδιαφέρον για κάτι μεγαλύτερο και ήμουν και εγώ στην φάση να κάνω κάτι μεγαλύτερο πήραμε την απόφαση με την φίλη και συνεργάτιδα Διονυσία Αρβανίτου να μπούμε στην διαδικασία να γυρίσουμε ένα ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους. Να τολμήσουμε με όλες τις επιφυλάξεις που κρύβει αυτό.
Πως σε αντιμετώπισαν οι μηχανικοί;
Κάποιοι με πολύ αγάπη, κάποιοι με θεώρησαν τρελό, γιατί και οι ίδιοι δεν θεωρούν τους εαυτούς τους σημαντικούς. Πιστεύουν ότι πρέπει να μένουν στην αφάνεια, ότι είναι οι άνθρωποι στην καμπίνα που επιβλέπουν και απλά πατούν ένα κουμπί. Κάποιοι από αυτούς είναι πολύ ματαιόδοξοι. Παραδείγματος χάριν ο Γιώργος Δημητριάδης πού ήθελε να γίνει κινηματογραφιστής, δεν πέτυχε και θεωρούσε ότι το να είναι μηχανικός προβολής είναι καταδίκη του και φαίνεται αυτό στην ταινία. Αλλά στην διάρκεια των γυρισμάτων συνειδητοποίησε ότι δεν είναι έτσι. Είναι και αυτός σημαντικός. Άλλοι βέβαια είχαν πολλά πράγματα να μας πουν όπως αναμνήσεις του παρελθόντος, σημασία της δουλειάς τους.
Ένα από τα προτερήματα του ντοκιμαντέρ είναι ότι «βγαίνει» η σχέση με την οικογένεια και τον πατέρα τους.
Εμάς μας συγκίνησε το κομμάτι της οικογένειας, γιατί αυτά τα παιδιά μεγάλωσαν με την μητέρα και την απουσία του πατέρα. Τότε οι μηχανικοί δούλευαν και σε εταιρίες διανομής τα πρωινά, έκαναν «κοντρόλ» ταινιών (σ.σ. αν υπάρχουν προβλήματα στην κόπια κλπ) Έλειπαν πρωί-βράδυ από το σπίτι και όπως λέει και ένας χαρακτήρας για να βρεθούν όλοι μαζί υπήρχε μια Κυριακή και πάλι στον κινηματογράφο θα πήγαιναν. Ουσιαστικά μεγάλωσαν με την μητέρα, αλλά γνώρισαν το σινεμά μέσα από τον πατέρα.
Ένα πολύ σημαντικό κομμάτι που θέλαμε να τονίσουμε στην ταινία είναι η σχέση του πατέρα και του γιου. Και η περίπτωση του Μανώλη μας έδωσε αυτήν την δυνατότητα. Γιατί μιλάμε για έναν άνθρωπο που μεγάλωσε στα σινεμά, γνώρισε το σινεμά μέσα από τον πατέρα του και η απώλεια του πατέρα του, η οποία συνέπεσε με την γνωριμία μας, τον πόνεσε πολύ. Και είδα πως βίωσε αυτήν την απώλεια ο Μανώλης, μέσα στην καμπίνα δουλεύοντας. Και για αυτό αφιερώσαμε αυτήν την ταινία στον πατέρα του.
Πως κατάφερες να πιάσεις την ψυχολογία των μηχανικών προβολής;
Ήταν ένα παιχνίδι εμπιστοσύνης που κερδήθηκε με πολύ κόπο και σε καμιά περίπτωση δεν το έκανα επιτηδευμένα. Προσπαθήσαμε να τους προσεγγίσουμε σαν φίλους και τώρα τους νοιώθουμε έτσι. Θέλουμε να είμαστε στις καμπίνες μαζί τους. Δεν υπήρχε κάτι στημένο, ώστε να τους φέρουμε σε κάποιο σημείο φόρτισης η προβληματισμού. Ότι είδατε στον φακό τα πάντα ήταν αληθινά, δημιουργήθηκαν εκείνη την στιγμή , ήταν απρόβλεπτα και αυτή είναι η μαγεία του ντοκιμαντέρ που γνωρίσαμε και εμείς στην πορεία. Το ότι κατάφεραν να μας εμπιστευτούν είναι μόνο τιμή και χαρά.
Η επιλογή των μηχανικών πως έγινε;
Υπήρξε ένα στάδιο έρευνας που διήρκεσε τρεις μήνες πριν ξεκινήσουν τα γυρίσματα το προηγούμενο καλοκαίρι. Αφιερώσαμε πάρα πολύ χρόνο με όλους τους μηχανικούς της πόλης, τους γνωρίσαμε, μιλήσαμε μαζί τους, ψάξαμε κινηματογράφους. Κάναμε ιστορική έρευνα και μαζέψαμε σπουδαίο υλικό. Παραδείγματος χάριν βρήκαμε σινεμά με «καρβουνάκι», το Σινέ Παλλήνη, το οποίο είναι σε λειτουργία στην Χαλκιδική. Θέλαμε να το συμπεριλάβουμε γιατί θέλαμε να δείξουμε και το παρελθόν του κινηματογράφου.
Ξοδέψαμε τρεις μήνες επαφών και ατελείωτων συζητήσεων για να καταλήξουμε στο ποιοι είναι αυτοί που μας κινούν το ενδιαφέρον και βασικά με ποιους νοιώθουμε καλά. Οι τρεις μηχανικοί προβολής που ξεκινήσαμε μαζί τους ήταν ο κύριος Καραγιαννίδης (CINE Αύρα, Καλαμαριά), ο κύριος Δημητριάδης («Βακούρα») και ο Μανώλης Ρίζος («Ολύμπιον»). Στην πορεία μας προέκυψε και ο κύριος Χαβάς με προτροπή του Μανώλη. Ήταν μεγάλη τύχη που τον γνωρίσαμε γιατί ήταν ο παππούς που όλοι θέλαμε να έχουμε και μας μίλησε με πολύ συγκίνηση και ειλικρίνεια για το δικό του παρελθόν. Ήταν ο μοναδικός μηχανικός προβολής με τον οποίο δεν είχαμε προηγούμενη επαφή, τον γνωρίσαμε εκείνη την ημέρα, που έγιναν τα γνωρίσματα. Και πραγματικά μας ανοίχθηκε τόσο πολύ που δεν είχα λόγια να πω.
Μια πικρή αλήθεια που λέει το ντοκιμαντέρ σου είναι αυτή η τέχνη των μηχανικών προβολής θα εξαφανισθεί σιγά-σιγά.
Καλώς ή κακώς ζούμε σε μια εποχή, που η πληροφορική και τα διάφορα τεχνολογικά μέσα έχουν εισβάλει για τα καλά στην ζωή μας. Ήδη βλέπουμε στα multiplex ότι κυριαρχεί το ψηφιακό μέσο. Δηλαδή οι ταινίες παίζονται ψηφιακά, μέσα από σκληρούς δίσκους η και από δορυφόρους, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην ταινία. Γενικά το ψηφιακό μέσο και για οικονομικούς λόγους τείνει να επικρατήσει. Δεν θέλω να πεθάνει αυτή η τέχνη, αν και είναι αναπόφευκτο.
Βασίλη, θα σε ρωτήσω ως παραγωγό της ταινίας. Για την αγορά στο εξωτερικό τι πιστεύεις; Είσαι ευχαριστημένος από το «Doc Market» του Φεστιβάλ;
Σίγουρα το «Doc Market» του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης έχει πολλά περιθώρια για να αναπτυχθεί σε σχέση με τα φεστιβάλ εξωτερικού. Ακόμα και για να προωθήσουν οι δημιουργοί την δουλειά τους οικονομικά, που εν τέλει αυτός είναι ο σκοπός του Φεστιβάλ πέρα από τις προβολές. Και αυτό είναι θεμιτό. Δεν σκοτώνεις την τέχνη σου όταν την πουλάς. Υπάρχουν άλλα φεστιβάλ, και αναφέρομαι στα δεύτερα φεστιβάλ, τα οποία δίνουν πολύ μεγαλύτερες προοπτικές. Πιστεύω όμως ότι οι άνθρωποι που δίνουν την ψυχή τους έτσι και αλλιώς για την οργάνωση του Φεστιβάλ θα πρέπει να ασχοληθούν λίγο παραπάνω με αυτό το θέμα.
Έχετε στα σκαριά κανένα ντοκιμαντέρ;
Είμαστε πάλι σε συζήτηση με τον Παναγιώτη Κουντούρα σε συζήτηση για κάτι το οποίο προέρχεται πάλι από την Θεσσαλονίκη για ένα ντοκιμαντέρ το οποίο θα αφορά την εξέλιξη και την ιστορία του ραδιοφώνου στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Και θα έχουμε εκεί την συμβολή πολλών ανθρώπων που γνωρίζουν το ραδιόφωνο από πολύ παλιά, τόσο από ενημερωτικής και μουσικής πλευράς, όσο και τεχνικής. Και έχουμε και άλλα πράγματα στο μυαλό. Θα κάνουμε κάποια στιγμή κινηματογράφο και σύντομα μάλιστα.

31-12-2025
Όταν το σύστημα φοβάται τον καθρέφτη του
05-02-2025
Η εθελοδουλεία ως βίωμα
08-05-2024
Καλή αποτυχία Μαρίνα!
23-04-2023
Επιλογές Ιουνίου για το Φεστιβάλ Αθηνών
26-07-2020
Η παραχάραξη του 1821 αποσκοπεί να στηρίξει ιδεολογικά μια «διευθέτηση» των ελληνοτουρκικών σχέσεων - Συνέντευξη του Μελέτη Μελετόπουλου 