«Έφυγε» η ιέρεια της ελληνικής παράδοσης Δόμνα Σαμίου

  • Δημοσιεύτηκε: 15 Μάρτιος 2012

    Έσβησε το Σάββατο από λευχαιμία η Δόμνα Σαμίου, η τραγουδίστρια που έσωσε πολύτιμους θησαυρούς της ελληνικής παράδοσης και έκανε τις επόμενες γενιές να αγαπήσουν το δημοτικό τραγούδι χάρις σε μια ιστορική συνεργασία με τον Διονύση Σαββόπουλο στο «Ροντέο» το 1971. Ενώ οι δίσκοι της κυκλοφόρησαν από την Unicef, πολλά χρόνια πριν το κίνημα του «έθνικ» του '80 κάνει γνωστές τις λαϊκές μουσικές του κόσμου. Η κηδεία της έγινε την Τρίτη στις 15:00 στο Νεκροταφείο Νέας Σμύρνης, χωρίς το επίσημο κράτος να την θάψει δημοσία δαπάνη, όπως έκανε με τον Θεόδωρο Αγγελόπουλο.

    Η Δόμνα Σαμίου γεννήθηκε στις 12 Οκτωβρίου 1928 στην Καισαριανή από Μικρασιάτες γονείς με καταγωγή από το Μπαϊντίρι, χωριό της περιοχής της Σμύρνης. Έζησε τα παιδικά της χρόνια σε δύσκολες, αλλά παράλληλα πολύ ανθρώπινες συνθήκες προσφυγιάς, όπου κυριαρχούσε η αλληλεγγύη των ανθρώπων. Στο περιβάλλον αυτό είχε τα πρώτα της μουσικά ακούσματα και από αυτά πήγασε η μεγάλη της αγάπη για την παραδοσιακή μουσική.

    Σε ηλικία 13 ετών η Δόμνα Σαμίου έχει την πρώτη διδακτική επαφή με την βυζαντινή και την δημοτική μουσική και με την λογική της επιτόπιας έρευνας, μαθητεύοντας κοντά στον Σίμωνα Καρρά, στον «Σύλλογο προς Διάδοση της Εθνικής Μουσικής». Ως μέλος της χορωδίας του Σίμωνα Καρρά, αρχίζει η σχέση της και με το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας, όπου το 1954 προσλαμβάνεται στο Τμήμα Εθνικής Μουσικής. Από την θέση αυτήν γνωρίζει τους σημαντικότερους λαϊκούς μουσικούς, οι οποίοι με την εσωτερική μετανάστευση συρρέουν στην Αθήνα από όλες τις περιοχές της Ελλάδος Παράλληλα κάνει μουσική επιμέλεια σε εκδόσεις δίσκων, θεατρικές παραστάσεις, κινηματογραφικές ταινίες.

    Το 1963, αρχίζει τα ταξίδια της στην επαρχία για επιτόπιες καταγραφές και συγκέντρωση μουσικού υλικού για το προσωπικό της αρχείο με δικά της μηχανήματα. Το 1971 παραιτείται από την Ραδιοφωνία και την ίδια χρονιά αποδέχεται την πρόσκληση του Σαββόπουλου να εμφανιστεί στο «Ροντέο» της πλατείας Βικτωρίας, γνωστό στέκι της ροκ νεολαίας της εποχής. Ο «Νιόνιος» μαζί με τα «Μπουρμπούλια» είχε ήδη ηχογραφήσει τον «Μπάλλο», το πρώτο πάντρεμα δημοτικού, ροκ και τζαζ στην ελληνική δισκογραφία. Όμως τώρα ήλθε η στιγμή να τραβήξει την ροκ νεολαία στο δημοτικό. Αυτό τον σκοπό είχε η πρόσκληση, που η Σαμίου δέχθηκε αρχικά διστακτικά.

    Η ίδια θυμάται: «Πρέπει να πω ότι μέχρι τότε ούτε καν είχε περάσει απ' το μυαλό μου η ιδέα να τραγουδήσω μπροστά σε κοινό. Ό,τι έκανα μέχρι τότε το έκανα από καθαρή αγάπη προς το δημοτικό τραγούδι, ποτέ δεν μου είχε περάσει από το μυαλό ότι μπορεί να τραγουδήσω. Όταν λοιπόν για πρώτη φορά με κάλεσε ο Διονύσης να τραγουδήσω, εγώ δεν τολμούσα να πάω γιατί εκεί πήγαιναν όλοι οι φοιτητές και ήξερα ότι η νεολαία δεν ενδιαφέρεται για το δημοτικό τραγούδι. Ο Διονύσης σαν ξύπνιος που είναι, τελικά με έπεισε να πάω. Θυμάμαι κλαρίνο είχα τον Τάσο τον Χαλκιά, σαντούρι τον Αριστείδη τον Μόσχο, φλογέρα τον Αριστείδη τον Βασιλάρη, κανονάκι τον Νίκο τον Στεφανίδη, τουμπελέκι τον Μαθιό τον Μπαλαμπάνη, τραγούδι είχα τον Χρόνη τον Αηδονίδη. Και τελικά αποτολμούμε και πάμε ένα βράδυ να τραγουδήσουμε στο «Ροντέο». Για να καθηλώσω το κοινό έβαλα τον Χαλκιά να παίξει ηπειρώτικο μοιρολόι και μετά τραγούδησα εγώ ένα άλλο τραγούδι, ακριτικό, τον «Κωσταντά». Αυτό είναι παλιό τραγούδι και λέγεται ότι αναφέρεται στον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Μετά από αυτά τα τραγούδια το κοινό ξέσπασε και πήγε η καρδιά μου στην θέση της. Ξαναπήγαμε την άλλη βδομάδα, πήγαμε τρεις φορές και τραγουδήσαμε αλλά σταματήσαμε γιατί έπρεπε να φύγω τότε και να πάω στο Λονδίνο, αν είναι δυνατόν! Έτσι λοιπόν ήταν η πρώτη φορά που τραγουδώ μπροστά σε κοινό, με τον Διονύση Σαββόπουλο στο «Ροντέο». Οι νέοι λοιπόν, οι φοιτητές ακούσαν το δημοτικό τραγούδι, άρχισαν να καταλαβαίνουν ότι κάτι γίνεται, μέχρι τότε δεν είχαν ιδέα τι θα πει δημοτικό τραγούδι και από τότε όταν έκαναν στο Πανεπιστήμιο διάφορες εκδηλώσεις με καλούσαν να τραγουδήσω και δειλά-δειλά τα παιδιά σηκωνόντουσαν να χορέψουν, άλλος από την Πελοπόννησο, άλλος από την Θεσσαλία, άλλος από την Μακεδονία, άλλος από την Κρήτη. Περνούσε λοιπόν η ντροπή που είχαν για το δημοτικό τραγούδι».

    Το 1974 η Δόμνα Σαμίου ηχογραφεί τον πρώτο της καθαρά προσωπικό της δίσκο «Έχε γεια Παναγιά», που έκανε διάσημα τραγούδια, όπως το ομώνυμο, το «Γιάννη το μαντήλι σου» και «Τζιβαέρι». Ακολουθεί το 1976 το «Στης Πικροδάφνης τον ανθό» και ακολουθεί το «Ξενιτεμένο μου πουλί», το οποίο κυκλοφόρησε και στην Σουηδία. Το 1981 ίδρυσε τον «Καλλιτεχνικό Σύλλογο Δημοτικής Μουσικής Δόμνα Σαμίου» με ηχογραφήσεις αυστηρών προδιαγραφών, μακριά από το λαϊκοδημοτικό (τσιφτετελοειδές δημοτικό) της εποχής. Το 1982 η γαλλική Ocora κυκλοφορεί τα «Ακριτικά» και το 1984 τα «Πολυφωνικά τραγούδια Πωγωνίου», τα οποία βραβεύθηκαν με το βραβείο Σαρλ Κρος.

    Το 1994 κυκλοφόρησε τα «Αποκριάτικα», ένα δίσκο για τον οποίο μηνύθηκε το 2003 από τον ιερέα Θεόδωρο Ακρίδα, όταν παρουσιάστηκαν στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης. Προφανώς ο σεβαστός ιερέας ξεχνούσε ότι αυτά τα «τολμηρά» τραγούδια δεν μπορούν να κατανοηθούν χωρίς το αντίθετο τους, που είναι η περίοδος νηστείας και προσευχής της Σαρακοστής, που έπεται της Απόκριας.

    Καταξιωμένη και αγαπητή για την προσφορά και την προσήνεια της, είδε το έργο της να αναγνωρίζεται πολλαπλά και τιμήθηκε με πολλές διακρίσεις, με αποκορύφωση την απονομή μεταλλίου από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο. Η ίδια όμως έλεγε για τον εαυτό της: «Δεν είμαι τραγουδίστρια με την επαγγελματική σημασία της λέξης, δεν τραγουδάω σε δημοτικά κέντρα ή σε πανηγύρια για την διασκέδαση μιας ορισμένης πελατείας. Τραγουδώ μόνο όπου πιστεύω πως εξυπηρετώ την διατήρηση και την διάδοση του δημοτικού τραγουδιού, έτσι ατόφιο όπως έφτασε σε μας από την παράδοση. Προσπαθώ να μιμηθώ τον τρόπο που τραγουδάει ένας Μακεδόνας, ένας Θρακιώτης, ένας Ηπειρώτης ή ένας Κρητικός. Μερικοί με λένε λαογράφο. Εγώ δεν έχω καμία σχέση με την λαογραφία, δηλαδή δεν έχω μελετήσει, εγώ απλώς ασχολούμαι με την συλλογή και με την ερμηνεία του δημοτικού τραγουδιού κι αυτό, όπως έχω πει, καθαρά από μεγάλη αγάπη».

    Αυτή την μεγάλη ιέρεια της ελληνικής παράδοσης, το επίσημο κράτος αρνήθηκε να την κηδεύσει δημοσία δαπάνη, όπως έκανε με τον Αγγελόπουλο. Βλέπεται η Σαμίου υπερασπίσθηκε την Ελλάδα και την παράδοση και δεν αποζητούσε την κατάργηση των συνόρων, όπως το είδωλο της διεθνιστικής Αριστεράς. Ίσως όμως να είναι καλύτερα έτσι. Όπως τραγούδησε και η ίδια:

    «Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας;
    Είναι πολύ ζαχαρωμένα.
    Κάνουν για σοκολατόπαιδα.
    Αλλά δεν κάνουνε για μένα».

     

     

    Κατηγορία: