Θα θέλαμε μία γενική αποτίμηση του αποτελέσματος του α’ γύρου των εκλογών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Το ΠΑΣΟΚ χάνει μεγάλο ποσοστό της εκλογικής του επιρροής, παραμένει όμως πρώτο σε δύναμη πολιτικό κόμμα. Η ΝΔ χάνει σε ποσοστό, μειώνει όμως την ψαλίδα της διαφοράς γιατί χάνει λιγότερο από το ΠΑΣΟΚ. Ο ΛΑ.Ο.Σ. διατηρεί τα ποσοστά του και ο μεγάλος νικητής είναι η Αριστερά. Η επιλεγείσα από την ΝΔ έντονη πολιτικοποίηση των αυτοδιοικητικών εκλογών μέσω της «αντιμνημονιακής» ρητορικής μείωσε μεν την δύναμη του ΠΑΣΟΚ, συρρίκνωσε όμως δραματικά την Δεξιά, μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους της πολιτικής προς τα αριστερά. Και αυτό είναι λογικό. Και τούτο διότι η ΝΔ, υιοθετώντας έναν σκληρό «αντιμνημονιακό» λόγο, δημιούργησε στο εκλογικό σώμα την πεποίθηση ότι αιτία των δεινών του ελληνικού λαού είναι το μνημόνιο: όχι η διαχείριση του δικομματισμού επί δεκαετίες, όχι η ανεπάρκεια του πολιτικού προσωπικού, όχι οι επιλογές του πολιτικού συστήματος, αλλά το μνημόνιο. Όταν όμως η ΝΔ ερωτάται για το αν θα εφαρμόσει το μνημόνιο, απαντά θετικά. Άρα το εκλογικό σώμα, πεπεισμένο ότι το μνημόνιο φταίει, θα στραφεί προς αυτούς που με τον πιο καθαρό τρόπο το αντιπαλεύουν. Και ποιοι είναι αυτοί; Η Αριστερά, που στο κάτω-κάτω δεν θέλει την Ευρώπη, δεν θέλει ελεύθερη οικονομία, δεν θέλει το χρηματοπιστωτικό σύστημα και θέλει κομμουνισμό. Εξ’ ου και ενώ το ΠΑΣΟΚ κατέρρευσε εκλογικά, η ΝΔ έχασε ποσοστά και η μόνη ωφελημένη είναι η Αριστερά. Η Αριστερά, πολιτικά κερδισμένη, θα αισθανθεί υποχρέωσή της την αύξηση της έντασης για να ανατραπεί η «μνημονιακή» πολιτική. Κινητοποιήσεις, ακτιβισμοί, καταλήψεις κ.λπ. Η κυβέρνηση απέναντι σε αυτό έχει μία υποχρέωση: να προστατέψει την κοινωνία, τους πολίτες, τις επιχειρήσεις, την παραγωγική δραστηριότητα. Η Ελλάδα δεν θα διαλυθεί γιατί κάποιοι θέλουν να ζήσουν την επαναστατική τους φαντασίωση. Και εμείς, ως ΛΑ.Ο.Σ., θα διεκδικήσουμε, θα απαιτήσουμε, θα πιέσουμε την κυβέρνηση για την διατήρηση της ευταξίας και της νομιμότητας. Ο ΛΑ.Ο.Σ. για πρώτη φορά από το 2004 είδε μία πτώση των ποσοστών και των ψήφων του. Είναι τα αίτια καθαρά πολιτικά ή είναι διαχειριστικά-οργανωτικά; Ο ΛΑ.Ο.Σ. δεν έχει πτώση των ποσοστών. Η μείωση στην οποία αναφέρεστε δεν υφίσταται. Όπως διευκρινίστηκε από την Ηλία Νικολακόπουλο, η δύναμη του ΛΑ.Ο.Σ. είναι μεταξύ 5,5% και 6%. Άρα τα αποτελέσματα κρίνονται ικανοποιητικά, αν κανείς συνυπολογίσει την δύσκολη και υπεύθυνη στάση που τήρησε ο ΛΑ.Ο.Σ. σε μία σειρά θεμάτων και κυρίως στο ζήτημα της υπερψηφίσεως της δανειστικής συμβάσεως, δηλαδή του λεγόμενου μνημονίου. Αντιλαμβάνομαι ότι μπορεί να διερωτηθεί κανείς γιατί ενώ η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ υπέστησαν μείωση των ποσοστών τους, ο ΛΑ.Ο.Σ. δεν κατάφερε να τα αυξήσει; Η απάντηση σε αυτό είναι ότι η αντιμνημονιακή ρητορική της ΝΔ, ενώ δεν της έφερε ψήφους, ενίσχυσε και νομιμοποίησε την ούτως ή άλλως υφιστάμενη αντιμνημονιακή κατεύθυνση του εκλογικού σώματος, στρέφοντάς το τελικά προς την Αριστερά. Σε μία συνθήκη γενικής συρρικνώσεως της Δεξιάς λοιπόν, για την οποία επαναλαμβάνω δεν είναι ανεύθυνη η ρητορική της ΝΔ, είναι πράγματι ικανοποιητική η συγκράτηση των ποσοστών του ΛΑ.Ο.Σ. Ο δεύτερος παράγων είναι ότι για τα μικρότερα κόμματα οι αυτοδιοικητικές εκλογές είναι μεγάλου βαθμού δυσκολίας, καθώς απαιτούν στελέχη, υποψηφίους, ενεργοποίηση οργανώσεως, δηλαδή συνθήκες στις οποίες ανταπεξέρχονται ευκολότερα τα κυβερνητικά κόμματα. Στην προεκλογική περίοδο οι σχέσεις σας με τον πρόεδρο του ΛΑ.Ο.Σ. Γ. Καρατζαφέρη συζητήθηκαν πολύ. Υπήρξε τελικά αντικείμενο τριβής; Έχουν δοθεί εξηγήσεις. Σε μία μακρόχρονη συνεργασία υπήρχαν και δύσκολες και ατυχείς στιγμές. Σημασία έχει η θέλησή μας να διατηρήσουμε αρραγή την ενότητα του κόμματος, υπερασπιζόμενοι τις κοινές μας αξίες. Και μετά από την δυσκολία αυτή, σας διαβεβαιώνω ότι η συνεργασία μου με τον πρόεδρό μου είναι καλύτερη από ποτέ. Την άλλη εβδομάδα η Ντόρα Μπακογιάννη ιδρύει κόμμα. Τριχοτομείται η Κεντροδεξιά ή θεωρείτε ως ΛΑ.Ο.Σ. ότι η κα Μπακογιάννη δεν ανήκει σε αυτή; Είναι άλλωστε έντονη η φημολογία ότι στόχος του νέου κόμματος είναι να γίνει κυβερνητικός εταίρος του ΠΑΣΟΚ. Δεν είναι δυνατόν να αποκλείσει κανείς μία μέχρι χθες κορυφαία υπουργό της ΝΔ από την έννοια της Κεντροδεξιάς, χωρίς να εμπλακεί σε μία ιδεολογικά ενδιαφέρουσα, αλλά πολιτικά άγονη συζήτηση για την ταυτότητα της Δεξιάς. Χρησιμοποιώντας λοιπόν ένα πολιτικό, τυπικό κριτήριο, το ότι δηλαδή η κα Μπακογιάννη μέχρι χθες ανήκε στην ΝΔ, και όχι ένα ιδεολογικό, θεωρώ ότι ανήκει στην ευρεία Δεξιά. Το ζήτημα όμως της τριχοτομήσεως της ευρείας Δεξιάς ομοίως δεν είναι ένα ζήτημα ιδεολογικών ερμηνειών, αλλά ένα πολιτικό ζήτημα. Μέσα στην τελευταία τριετία, το πολιτικό τοπίο στο χώρο αυτό έχει αλλάξει δραματικά: από την Pax Karamanliana περάσαμε στην είσοδο του ΛΑ.Ο.Σ. στην Βουλή, στην για πρώτη φορά στην Μεταπολίτευση σταθεροποίηση ενός κόμματος στα δεξιά της ΝΔ και πλέον στην δημιουργία και ενός κόμματος, προερχόμενου από την ΝΔ στα αριστερά της ΝΔ. Η τριχοτόμηση λοιπόν είναι μία πραγματικότητα. Μένει λοιπόν να δούμε την εμβέλεια της κας Μπακογιάννη, δηλαδή αν θα κατορθώσει μέχρι τις επόμενες εκλογές να εισέλθει στην Βουλή και, αν ναι, με ποιες δυνάμεις. Μένει ακόμη να δούμε πως η νέα ηγεσία της ΝΔ θα διαχειριστεί μία σύνθετη συνθήκη, η οποία πλέον θα την πιέζει από δεξιά, αλά και από το κέντρο. Σε ότι αφορά στο περίφημο ζήτημα του κυβερνητισμού, χωρίς να σχολιάζω την θέση της κας Μπακογιάννη, επιτρέψτε μου να πω ότι είναι μία συζήτηση που μάλλον διεξάγεται σε επίπεδο συμβολικό: το ΠΑΣΟΚ έχει 157 βουλευτές, δηλαδή μία σχετικά άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, άρα το ΠΑΣΟΚ έχει την πολιτική πρωτοβουλία και τέτοια μέχρι σήμερα δεν έχει εκδηλωθεί και προσωπικά δεν βλέπω και τέτοιο ενδεχόμενο. Άρα συζητούμε για το ενδεχόμενο να μεσολαβήσουν εκλογές και να μην υπάρξει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Και τότε όμως, όταν το ζήτημα της διακυβέρνησης της χώρας θα πρέπει να επιλυθεί, το μείζον θα είναι οι προγραμματικές συγκλίσεις. Και η μεγάλη συζήτηση για τον τόπο είναι το πώς αντιμετωπίζονται τα προβλήματα, πώς αντιμετωπίζεται το μέγα πρόβλημα του δανεισμού και της εξυπηρέτησης του χρέους, ώστε να τελειώνουμε με τον μηχανισμό στήριξης και την επιτήρηση. Αλλά προφανώς δεν είναι το μόνο ζήτημα: η λαθρομετανάστευση, η εγκληματικότητα, το παρεμπόριο θα πρέπει να αντιμετωπιστούν και επομένως, η όποια κυβέρνηση συνεργασίας, θα πρέπει να προέλθει από πραγματικές προγραμματικές συνθέσεις και όχι από ετερογενή πολιτικά αθροίσματα. Η υπερψήφιση του μνημονίου από τον ΛΑ.Ο.Σ. για πολλούς το ταύτισε με τις επιλογές ΠΑΣΟΚ. Η γενικότερη «υπεύθυνη» στάση του κόμματος, που έχει στηρίξει τόσο παλιότερα την ΝΔ, όσο και τώρα το ΠΑΣΟΚ, έχει ως αποτέλεσμα πολιτικό κόστος. Θα συνεχιστεί αυτή η τακτική, που απομονώνει το κόμμα από την ψήφο διαμαρτυρίας ή γενικότερης αντίθεσης στον δικομματισμό; Το μνημόνιο δεν είναι η αιτία των δεινών του Έλληνα. Είναι το αποτέλεσμα. Τέτοια μετάθεση αιτίου-αιτιατού δεν έχει συμβεί ξανά στην ελληνική πολιτική ζωή. Βλέπει ο δημόσιος υπάλληλος τον μισθό του να μειώνεται, ο συνταξιούχος την σύνταξή του να μειώνεται, ο ιδιωτικός υπάλληλος χάνει την δουλειά του και βγαίνει στην ανεργία, ο μικρός επιχειρηματίας κλείνει την επιχείρησή του και τον κυνηγούνε οι οφειλέτες και οι πολιτικοί που τον οδήγησαν στην κατάσταση αυτή, του λένε: «Φταίει το μνημόνιο». Δεν φταίει δηλαδή ο υπερβολικός αριθμός δημοσίων υπαλλήλων, η διασπάθιση του δημοσίου χρήματος, η διαφθορά, η γραφειοκρατία, δεν φταίει η παράλυση στην Δικαιοσύνη, η χαμηλή ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων, τα μονίμως υπό κατάληψη ευρισκόμενα σχολεία και πανεπιστήμια, η ανυπαρξία δημόσιας τάξεως, δεν φταίνε τα τεράστια ελλείμματα του προϋπολογισμού και το υπέρογκο χρέος, δεν φταίει το πολιτικό σύστημα του δικομματισμού και η διαχρονική ανεπάρκεια του πολιτικού προσωπικού. Φταίει το μνημόνιο, στο οποίο φτάσαμε εξαιτίας αυτών και άλλων. Τα πράγματα είναι απλά: το μνημόνιο μας εξασφαλίζει κάθε τρίμηνο ποσά για την εξυπηρέτηση του ελλείμματος και προνοεί βεβαίως για την αποπληρωμή των δανειστών μας. Ορισμένες από τις πολιτικές του μνημονίου είναι εσφαλμένες και πρέπει να τις επαναδιαπραγματευθούμε και αναφέρομαι κυρίως στην υπερβολική φορολογία. Θέλω να είναι σαφές όμως ότι εγώ δεν συμπαθώ και δεν υπερασπίζομαι το κράτος της Μεταπολίτευσης και, για να μην κοροϊδευόμαστε, το κράτος της Μεταπολίτευσης είναι μόνο κατ’ επίφαση και κατ’ όνομα «εθνικό» κράτος. Στην πραγματικότητα είναι μία αυτοαναφερόμενη γραφειοκρατία, που απηχεί τους κομματικούς συμβιβασμούς του δικομματισμού. Άρα στην δική μου ιδεολογική αντίληψη, όποιος υπερασπίζεται αυτό το κράτος, που διέλυσε την εθνική κοινωνία, που συνέθλιψε την ελληνική επιχειρηματικότητα, που αφελλήνισε την Παιδεία, που αφαίρεσε την εξουσία από την μεγάλη ελληνική κοινωνία των εργατών, των αγροτών, των ιδιωτικών υπαλλήλων, των επιχειρηματιών, των διανοούμενων, των ναυτικών για να την μεταφέρει στα χέρια των κομματικών γραφειοκρατιών, ας μην αυταπατάται: δεν υπερασπίζεται το εθνικό κράτος, αλλά την δημοσιο-υπαλληλία, την κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα και τα συνδικάτα των κρατικών μονοπωλίων. Εγώ είμαι με την πλευρά της κοινωνίας και το λέω απερίφραστα ότι επιδιώκω την αποδόμηση του μεταπολιτευτικού κράτους και την δημιουργία μίας νέας Πολιτείας. Δεν πιστεύω λοιπόν ότι ο ΛΑ.Ο.Σ. έχει λόγο ύπαρξης ως κόμμα διαμαρτυρίας, αλλά ως κόμμα που σχεδιάζει, προτείνει, προετοιμάζει και οικοδομεί την νέα Πολιτεία. Σε μία πρόσφατη δήλωσή σας, είπατε ότι είστε εθνικοφιλελεύθερος. Μήπως είναι πολιτικός νεολογισμός αυτή η έκφραση, σε μία εποχή που η «ελεύθερη αγορά» πιέζει ασφυκτικά τα έθνη-κράτη; Είναι αλήθεια ότι το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, προϊόν της αχαλίνωτης παγκοσμιοποίησης χρειάζεται ρύθμιση και εποπτεία, ότι η πολιτική πρέπει να ανακτήσει τα ηνία από την οικονομία. Αυτή είναι η δική μου απόσταση απ’ όσους υποστηρίζουν έναν μηχανισμό αυτορυθμίσεως της παγκόσμιας αγοράς. Από την άλλη δεν πιστεύω στην υπερρύθμιση και στην ασφυκτική εποπτεία. Με αυτήν την έννοια, δεν είμαι νεοφιλελεύθερος, με αυτήν την έννοια δεν είμαι σοσιαλδημοκράτης. Τα όρια είναι πάντα μία μεγάλη, δύσκολη και πολύ τεχνική συζήτηση. Όμως θέλω να είμαι σαφής: υπερασπίζομαι την έννοια του εθνικού κράτους ως μορφή πολιτικής οργανώσεως της εθνικής κοινωνίας, αλλά δεν υπερασπίζομαι τα κλειστά κράτη ή τις κλειστές κοινωνίες. Οι κοινωνίες τύπου Αλβανίας του Χότζα δεν μου αρέσουν, όπως εν γένει δεν μου αρέσουν οι ολοκληρωτισμοί. Άρα υπερασπίζομαι την αξία του Έθνους, αλλά υπερασπίζομαι και την ιδέα της Ελευθερίας. Η εγγενής σύγκρουση μιας έννοιας συλλογικότητας, όπως το Έθνος, με μία ατομικίστικη έννοια, όπως η Ελευθερία, επιλύεται με πολιτικές σταθμίσεις. Πάντως δεν έχει νόημα να υπερασπίζεται κανείς ένα ανελεύθερο καθεστώς γιατί είναι εθνικό, αφού αντίθετα, στην ίδια την εθνική θεωρία, το εθνικό κράτος είναι προϊόν της ελεύθερης πολιτικής βούλησης της εθνικής κοινωνίας. Η συνέντευξη δόθηκε στον Δημήτρη Ζαφειρόπουλο και δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 13ης Νοεμβρίου 2010 της εφημερίδας Ελεύθερος Κόσμος.
|
Διαβάστε επίσης
Τελευταία άρθρα
|